28 Οκτωβρίου 2021

`Έλλη Παππά | Ένα φιλί μεσ` απ` τα σίδερα. Δεν ήξερα αν ζούσα, ή αν αυτό ήταν η κόλαση...

Τα συγκινητικά γράμματα προς το γιο της σπουδαίας Ελληνίδας δημοσιογράφου, συγγραφέως & σύντροφου του Νίκου Μπελογιάννη μέχρι και την εκτέλεσή του. Έφυγε από τη ζωή στις 27 Οκτωβρίου 2009.
Τα συγκινητικά γράμματα προς το γιο της σπουδαίας Ελληνίδας δημοσιογράφου, συγγραφέως & σύντροφου του Νίκου Μπελογιάννη μέχρι και την εκτέλεσή του. Έφυγε από τη ζωή στις 27 Οκτωβρίου 2009.

Έλλη Παππά. Μια χαρισματική γυναίκα που δέχθηκε σκληρά χτυπήματα της μοίρας κι έγινε  σύμβολο αγώνα, αντίστασης και αξιοπρέπειας. Οι μαρτυρίες της, δε, σπουδαίες κρατώντας ζωντανές τις ιστορίες μιας καθοριστικής εποχής για την ανθρωπότητα. 

Ως δημοσιογράφος εργάστηκε στην Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση, στην εφημερίδα Μακεδονία, στο περιοδικό Γυναίκα, στην εφημερίδα Εξπρές και στην εφημερίδα Έθνος. Δραστηριοποιήθηκε στη μεταπολιτευτική ΕΔΑ και στο ΚΚΕ. Σημαντικό μέρος του αρχείου της έχει χαθεί, εξαιτίας των πολιτικών διώξεων της κατά την περίοδο της κατοχής και του Εμφυλίου. Από την περίοδο της φυλάκισής της που είχε διάρκεια 13 χρόνια,  σώζεται αλληλογραφία, κείμενα και ενθυμήματα, πολλά από τα οποία φυλάχθηκαν τόσο από τον πολυαγαπημένο της γιο  και όσο και από την αδελφή της, Διδώ Σωτηρίου.  Δεν πτοήθηκε ποτέ και δε σταμάτησε να δημιουργεί –κατάλληλα για την εκάστοτε ηλικία του– βιβλία για το παιδί που μεγάλωνε με τη φροντίδα της αδελφής της, Διδούς. Τα βιβλία που φιλοτέχνησε για το παιδί της, ήταν γραμμένα ή διασκευασμένα από την ίδια, καθώς και  ζωγραφισμένα και βιβλιοδετημένα στο χέρι με λεπτομέρεια. 

Ακολουθούν τρυφερά γράμματα που έγραψε στο γιο της μέσα από τη φυλακή. Ανάμεσά τους κι εκείνο που αφηγείται τί συνέβη  την τελευταία νύχτα, πριν την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη - δημοσιευμένο από τη Διδώ Σωτηρίου, στο βιβλίο της "Η Εντολή".

«…Ὥσπου ξημέρωσε τὸ Σάββατο. Ὡς τὸ μεσημέρι δὲν εἶχε γίνει τίποτε τὸ ἐξαιρετικό, τὸ μεσημέρι γίνανε ὅλα. Δὲν ἀφήσανε τὸν δικηγόρο νὰ μᾶς δεῖ. Καὶ κείνη τὴν μέρα τὸν περιμέναμε μὲ ἰδιαίτερη ἀνυπομονησία, γιατί θάφερνε τὸ χαρτὶ ποῦ ἔπρεπε νὰ φτιάξει ὁ πατέρας σου γιὰ σένα –γιὰ νᾶσαι τακτοποιημένος καὶ ἀπέναντι στὸ ἑλληνικὸ κράτος. Ἐκείνη περίπου τὴν ὥρα εἴχανε φωνάξει τὸν Μπάτση μέσα. Γύρισε ἀρκετὰ ταραγμένος, εἶχε δεῖ τὸν Πανόπουλο καὶ τὸν Ρακιτζή, ποῦ τοῦ προτείνανε ἄλλη μία φορὰ νὰ γίνει ἀνοιχτὸς πιὰ χαφιές. Ἀρνήθηκε. Αὐτὴ ἡ ἐπίσκεψη σήμαινε φανερὰ –ἐκτέλεση. Ἤτανε Σάββατο. Πιστεύαμε ὅτι πρὶν τὴ Δευτέρα δὲν θὰ γινότανε. Τὴν προηγούμενη μέρα μᾶς ἀφήσανε, γιὰ πρώτη φορά, νὰ κάνουμε ἐπισκεπτήριο. Εἶδα τὴ θεία σου καὶ ὁ Νίκος τὴ γιαγιά σου. Λίγα λεπτά. Στὴν ἀρχὴ μᾶς εἶχε φανεῖ καλὸ σημάδι. Μὰ ὕστερα κι ἀπ’ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ρακιτζῆ εἴδαμε ἀλλιῶς καὶ αὐτὸ τὸ ἐπισκεπτήριο.Τ’ ἀπόγευμα, ὕστερα ἀπ’ τὴ λιγόλεπτη ἔξοδο, μᾶς κάνανε πιὸ αὐστηρὴ ἔρευνα. Εἶδα ἀπ’τὸ κελὶ τοὺς ἀσφαλίτες νὰ ψάχνουνε ἀκόμη καὶ τὰ παπούτσια τοῦ Ἀργυριάδη. Ἔκαψα ὅσα γράμματα τοῦ Νίκου φύλαγα. Ἐκεῖνο τὸ βράδυ δὲ μιλήσαμε πολύ. Ρώτησα κάποια στιγμὴ τὸ Νίκο τί κάνανε. – « Ἀναλύουμε, διαλύουμε καὶ συνθέτουμε, …» μοῦ ἀπάντησε γελώντας. Ἤμουνα πιὰ σίγουρη πῶς θαρχότανε ἐκεῖνο τὸ βράδυ, μὰ δὲν εἶπα τίποτα. Κι ἐκεῖνος ἦταν σίγουρος πῶς θαρχότανε μὰ ὄχι πρὶν τὴ Δευτέρα. Καὶ κοιμηθήκαμε. Ἀκόμα καὶ κείνη τὴ νύχτα κοιμηθήκαμε. Στὸν ὕπνο μου ἄκουσα κλειδιά. Ἤτανε ἀκόμη στὴν αὐλὴ μὰ ἄκουσα τὸ βρόντηγμα τῶν κλειδιῶν. Τινάχτηκα πάνω καὶ φώναξα τὸν Νίκο. Εἶχε ἀκούσει καὶ κεῖνος. «Ἐ ναί, ἔρχονται…» μοῦ ἀποκρίθηκε. Τοὺς εἶδα. Ἀνοίξανε ὅλα τὰ κελιὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ δικό μου. Ὁ Νίκος ζήτησε νὰ μὲ δεῖ. Δὲ μοῦ ἀνοίξανε. Μᾶς ἀφήσανε τὸ παραθυράκι μὲ τὰ σίδερα γιὰ ν’ἀποχαιρετιστοῦμε. Εἶδα τὸ αἷμα νὰ χάνεται ἀπὸ τὸ πρόσωπό του ὅταν κοιταχτήκαμε καὶ ξέραμε πώς δὲν ὑπῆρχε γιὰ μᾶς ἄλλη μέρα. Ὁ Καλούμενος ἦρθε κοντὰ μ’ ἀνοιχτὸ πουκάμισο. «Πάω καὶ γῶ!» μοῦ εἶπε, καὶ προσπαθοῦσε αὐτὴν τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ γίνει παλληκάρι. Ὁ Μπάτσης στάθηκε πιὸ πέρα. «Φρόντισε καὶ γιὰ τὴν κόρη μου…» μὲ παρεκάλεσε. «Ναὶ ἂν ζήσω», τοῦ εἶπα. Ὁ Νίκος ἔγειρε κοντά μου. «Πρέπει νὰ ζήσεις» μου εἶπε, «πρέπει…».

Τὸ πρόσωπό του ἤτανε γκρίζο, ἔκανε πολλὴ προσπάθεια γιὰ νὰ μὴν ἀφήσει νὰ κυλήσει οὔτε ἕνα δάκρυ. Μοῦ’ δῶσε τὸ ρολόϊ, τὸ στυλό, τὸ πορτοφόλι μὲ τὶς φωτογραφίες. «Πᾶμε», εἶπε ὁ ἐπικεφαλῆς. Ἕνα φιλὶ μὲς ἀπ’ τὰ σίδερα. Δὲν ἤξερα ἂν ζοῦσα ἢ ἂν αὐτὸ ἦταν ἡ κόλαση. Θυμᾶμαι πῶς τοὺς εἶχα ρωτήσει γιατί δὲν μ’ ἀνοίγουνε κι ἐμένα. «Δὲν εἶσαι στὸ χαρτί», μοῦ εἶχε ἀποκριθεῖ ὁ ἀρχιφύλακας καὶ φαινότανε στενοχωρημένος. Θυμᾶμαι πῶς φώναξα. «Πάρτε μὲ καὶ μένα» κι ὕστερα σωριάστηκα στὸ στρῶμα. Ἄργησα πολὺ νὰ συνέλθω γιὰ νὰ κλάψω.

Ξημέρωσε, ἀνοίξανε, βγῆκα στὴν αὐλή. Ἤθελα νὰ βγῶ. Ὅπως κάθε πρωί. Ἤτανε συννεφιὰ καὶ στὴ στέγη τῆς φυλακῆς καθότανε ἕνα περιστέρι. Ἐκεῖνος δὲν ἤτανε πιά…Γύρισα στὸ κελὶ κι ἔκανα τὸ σχέδιό μου. Νὰ ζήσω, δὲν μποροῦσα. Ν’ ἀφήσω ἀνεκπλήρωτη τὴν ἐπιθυμία του, δὲ γινότανε. Πῶς μποροῦσα νὰ τὰ συνταιριάξω τὰ δυό; Ἔγραψα γράμματα καὶ περίμενα τὴν εὐκαιρία νὰ τὰ στείλω ἔξω. Θὰ ἔγραφα καὶ ἕνα ἀκόμη, ἕνα γράμμα – δυὸ λόγια στὸν Πλαστήρα. Θὰ τοῦ πέταγα στὰ μοῦτρα τὴ ζωή μου, γιατί στὴν πραγματικότητα μὲ εἶχε ἐκτελέσει.

Μὲ φυλάγανε πολύ. Δὲν μπόρεσα νὰ στείλω τὰ γράμματα. Τὸ πρόσωπο τοῦ Νίκου ἔσκυβε μέσα ἀπ’ τὰ σίδερα. Δέχτηκα αὐτὴ τὴ ζωή, πού μοῦ ζήτησε νὰ ζήσω. Βαριά, σκληρὴ – πολλὲς φορὲς μ’ ἔκανε νὰ πῶ «γιατί νὰ μὴν μ’ ἔχουνε ἐκτελέσει…» μὰ κράτησα τὸ λόγο μου – δὲν ἔδωσα μόνη μου τὸ τέλος. Δέχτηκα, καὶ γιὰ τοὺς δυό μας πιά, τὴ χαρά σου. Σοὺ ‘πλεξα τὸ πρῶτο σου παντελονάκι. ἤσουνα ἑφτὰ μηνῶν, ἕνα «ὡραῖο» ποίημα ἑφτὰ μηνῶν. Τώρα κοντεύεις ἕντεκα χρονῶν, κι ἀκόμα εἶμαι μακρυά σου. Αὐτὴ τὴν ἱστορία τῆς Καλλιθέας σοῦ τὴ γράφω μὲ πολὺ κόπο, γι’ αὐτὸ καὶ τόσο σύντομα. Ὅμως ἔπρεπε νὰ στὴ πῶ. Γιὰ νὰ μπορέσεις πιὸ πολὺ νὰ γνωρίσεις τὸν πατέρα σου. Κι αὐτὰ τὰ φοβερὰ καὶ τόσο μεγάλα χρόνια, πού ζήσαμε ἐμεῖς». 

Παιδί μου
Αυτές τις μέρες κλείνουν τρία χρόνια από τη δίκη που σ’ άφησε χωρίς πατέρα. Τέτοιες μέρες όλα είναι ζωντανά, ολότελα ζωντανά στο μυαλό και στην καρδιά, που την καίνε αδιάκοπα. Μα δεν θέλω να σου γράψω γι’αυτά. Σκεφτόμουνα πως όταν μεγαλώσεις θα μάθεις πολλά για τον πατέρα σου.

Μα για την καρδιά του, για την αγάπη του, για το τι ήταν η αγάπη μας που γέννησε εσένα δε θα μπορέσεις να μάθεις παρά πολύ λίγα αν δεν είναι η μάνα σου να σ’ τα πει. Και καθώς δεν μπορώ να ξέρω, αγοράκι μου, αν θα βρίσκομαι κοντά σου όταν εσύ θα γίνεις παλικάρι, σκέφτηκα να σου γράψω. Θα φυλάξει τα γράμματά μου η γιαγιά σου ή η θεία σου. Και σαν θα γίνεις δεκάξι χρονών, όταν η καρδιά σου, το μυαλό σου, ο χαρακτήρας σου θα είναι σαν δροσερά μπουμπούκια έτοιμα ν’ανθίσουνε σε όμορφα λουλούδια και να δώσουνε πλούσιο και γερό καρπό, θα’ναι καιρός να γνωριστείς πιο καλά με τον μεγάλο Νίκο. Θα σου δώσω κομμάτια από τη ζωή μας κι απ’τα γράμματά μας στην Ασφάλεια. Όσο μπορώ πιο πολλά.
Φλεβάρης 1955, Φυλακές Κάστορος (Πειραιάς)

….

Όταν έγραφα από τη φυλακή αυτά τα γράμματα, δεν περίμενα ποτέ πως θα τα έβλεπα δημοσιευμένα, και μάλιστα με τη δική μου συγκατάνευση. Πρέπει να ομολογήσω πως στο θέμα δημόσιο και ιδιωτικό διαφωνούσα με τον Νίκο [Μπελογιάννη]. Για μένα το ιδιωτικό ήταν τόσο ιερό που κάθε παραβίασή του ισοδυναμούσε με ένα είδος ιεροσυλίας. Κι όταν εκείνος μου έγραψε πως λυπόταν για τα γράμματά μας που καταστρέφαμε, γιατί –αν ζούσαμε– «θα μπορούσαμε να τα εκδώσουμε», παραξενεύτηκα.

Για μένα, εκείνα τα γράμματα τα γραμμένα σε κουρελόχαρτα που τα μαζεύαμε απ’ τα σκουπίδια, κι αντί για πένα γράφαμε με σπίρτα καρβουνιασμένα σε αναμμένο τσιγάρο, ήταν ο κρυφός θησαυρός μας, απρόσιτος σε κάθε άλλον. Η κατάθεση της ψυχής μας και της σκέψης μας σ’ εκείνους τους ατέλειωτους μήνες που ζήσαμε στα μπουντρούμια της Απομόνωσης στη Γενική Ασφάλεια της Αθήνας.
Ο κίνδυνος να πάρουνε σε μια έρευνα τα χαρτιά μας υπήρχε πάντα, και τότε θα μπορούσανε να εκμεταλλευτούνε άγρια απόψεις μας για να ζημιώσουνε το Κόμμα. Αυτό το Κόμμα που του είχαμε δώσει τη ζωή μας και το φυλάγαμε σαν πολύτιμο αγαθό…
Εκεί, σ’ αυτή τη φυλακή, έπεσε η αυλαία της ματωμένης Κυριακής.

Με κρατήσανε στο ίδιο κελί από όπου αποχαιρέτησα τον Νίκο από την Κυριακή ως την Τετάρτη. Απόγευμα έγινε η μεταγωγή μου στη μόνιμη πια κατοικία μου, τις Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ. Εκεί βρήκα το γιο μου, που ήταν επτά μηνών. Αυτά του τα γενέθλια ήταν και τα μόνα που προλάβαμε να «γιορτάσουμε με τον Νίκο.

Τώρα κρατούσα στα χέρια μου τον μικρούλη Νίκο, κι έπρεπε να βρω τρόπο να γνωρίσει, μεγαλώνοντας τον πατέρα του. Τον ερωτευμένο άντρα που μπορούσε ακόμα και να κλάψει αν νόμιζε πως σε κάτι έφταιξε ή πως κάτι βασάνιζε την αγαπημένη του και τον πολιτικό με την τολμηρή σκέψη και πράξη.
Για τον πολιτικό δεν υπήρχε αμφιβολία πως πολλά θα άκουγε στο μέλλον. Ύμνους και ερμηνείες – με αμφίβολη πάντα γνησιότητα. Κι ωστόσο οι πολιτικές υποθήκες του, καθαγιασμένες με το θάνατο, μικρή θέση έχουνε στα γράμματα που άφησα στο γιο μου. Ήταν πάντα ο κίνδυνος να πέσουν στα χέρια του αντιπάλου που με κρατούσε δέσμια.

Μα ήταν και κάτι περισσότερο: έγραφα έχοντας μπροστά μου όχι το μωράκι που κοιμόταν πλάι μου ανίδεο για όσα είχαν γίνει, αλλά τον έφηβο των δεκάξι χρόνων για τον οποίο τα προόριζα. Εκείνος, ο άγνωστός μου έφηβος που θα διάβαζε τα γράμματά μου.