07 Ιουνίου 2019

Αλέξανδρος Ιόλας | Η φτερού να μας κυβερνήσει...

Αλέξανδρος Ιόλας | ΓΥΝΑΙΚΑ | Όλγα Μπακομάρου | Άρης Τερζόπουλος | klik | συνέντευξη
Η συγκλονιστική συνέντευξη του στην Όλγα Μπακομάρου για το περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ, που ξεσήκωσε σάλο. Ο Αλέξανδρος Ιόλας έφυγε από τη ζωή στις 8 Ιουνίου του 1987.
Η συγκλονιστική συνέντευξη του στην Όλγα Μπακομάρου για το περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ, που ξεσήκωσε σάλο. Ο Αλέξανδρος Ιόλας έφυγε από τη ζωή στις 8 Ιουνίου του 1987.

`Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του `80, όταν ο Αλέξανδρος Ιόλας  έδωσε μια συνέντευξη που στην Όλγα Μπακομάρου για το περιοδικό των Εκδόσεων Τερζόπουλος, "ΓΥΝΑΙΚΑ" που έγραψε ιστορία. Εκεί αποκάλυψε τόσο τους φόβους του για την κοινωνία και όσο και την περιφρόνησή του για διάσημους και άσημους.

Μίλησε απαξιωτικά για όλους και όλα. Από τον Τσαρούχη,  μέχρι τον Κουν και τη Μελίνα Μερκούρη (που ήταν τότε υπουργός Πολιτισμού). Ειρωνεύτηκε την «αλλαγή» του Ανδρέα Παπανδρέου. Υπήρξε  περιπαικτικός ακόμα και  απέναντι στον στενό του φίλο Κωνσταντίνο Καραμανλή, Πρόεδρο της Δημοκρατίας εκείνη την εποχή. Τέλος είπε το αμίμητο : "Η φτερού να μας κυβερνήσει."


Η συνέντευξη στην Όλγα Μπακομάρου διήρκησε τρεις μέρες. Εκείνην την εποχή κυριαρχούσε στην Ελλάδα ο λαϊκισμός και ο "Αυριανισμός" - ένα νέο σύστημα "διαπαιδαγώγησης" του ελληνικού λαού τότε. Το χιούμορ του Ιόλα ήταν ιδιαίτερο και στάθηκε μοιραίο γιατί κανένας δεν μπορούσε να το αντιληφθεί...

Ακολουθεί η εξαιρετική εκείνη συνέντευξη...


-«Το δικό σας όνομα, κύριε Ιόλα, δύσκολα μπορεί να το ξεχάσει κανένας… Σε μένα τουλάχιστον, ενώ δε σας είχα συναντήσει ποτέ κι ενώ δεν ήξερα για σας παρά ελάχιστα, ασκούσε μια γοητεία, νομίζω ότι ήταν κάποιο «συν» στο οικοδόμημα του μύθου σας. Είναι το πραγματικό σας όνομα;»
-«Κατά το ήμισυ. Το όνομά μου ήταν Κωνσταντίνος Ιόλας, μου το άλλαξε όμως σε Αλέξανδρο η Θεοδώρα Ρούσβελτ, εγγονή του Θεόδωρου Ρούσβελτ, όταν πήγα στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1935 και αποφάσισα να πάρω την αμερικάνικη υπηκοότητα. Ήταν να παντρευτούμε με τη Θεοδώρα, αλλά τελικά δεν έγινε. Δόξα τω Θεώ, πολλές φορές γλίτωσα την παντρειά. Μανία μου, ξέρετε, είναι να παντρεύω και να βαφτίζω άλλους.»
-«Στην πραγματικότητα, ελάχιστα πράγματα γνωρίζω για σας, κύριε Ιόλα, όπως κι ο περισσότερος κόσμος, φαντάζομαι. Και πρώτα- πρώτα, τι δουλειά κάνετε ακριβώς;»
-«Ενδιαφέρομαι για τόσα πολλά πράγματα, που δεν μπορώ να κολλήσω στον εαυτό μου ένα τίτλο, μια ετικέτα.»
-«Γιατί όχι; Το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Οι περισσότεροι θα σας θεωρούν γκαλερίστα.»
-«Οι γκαλερίστες είναι έμποροι. Ενδιαφέρονται ν’ αγοράσουν, να πουλήσουν, να κερδίσουν χρήματα, χωρίς να τους απασχολεί η πραγματική αξία του αντικειμένου.»
-«Μπορούμε να πούμε ότι εσείς είστε ένα έμπορος έργων τέχνης, με τη διαφορά ότι σας απασχολεί η αξία του αντικειμένου; Γιατί και αγοράζετε και πουλάτε και χρήματα βγάζετε.»
-«Πείτε το όπως θέλετε. Κι ο Μιχαήλ Άγγελος πουλούσε τα έργα του κι ο Ραφαήλ κι ο Λεονάρντο.»
-«Ήταν όμως δικά τους έργα.»
-«Κοιτάξτε, ένα πράγμα που το θέλετε, το πληρώνετε. Είναι απλούστατο. Λοιπόν, ούτε εμπόριο κάνω ούτε τίποτα. Εγώ ψάχνω να βρω πράγματα καταπληκτικά που δεν μπορούν να τα βρουν άλλοι, και τα’ ανεβάζω στη θέση τους. Ξέρω ποια είναι η αξία ενός πράγματος μέσα στην ιστορία της τέχνης.»
-«Τι πάει να πει η αξία ενός πράγματος;»
-«Βλέπω πόση τέχνη έχει μέσα του ένα έργο και βάζω την τιμή του επάνω, παίρνοντας την ευθύνη, ανεξάρτητα από το πόσα χρήματα έδωσα για να το αγοράσω.»
-«Να πούμε ότι είστε ένας εκτιμητής έργων τέχνης, λοιπόν;»
-«Σας παρακαλώ, μη με βάζετε εκεί. Αυτοί είναι επαγγελματίες, εγώ όχι.»
-«Μιλάτε τόσο επαγγελματικά όταν αναφέρεστε στα χρήματα.»
-«Μα όλα είναι χρήμα, κυρία μου. Το παν είναι το χρήμα.»
-«Δε θα σας ρωτήσω πόσο σας εντυπωσιάζει. Είναι φανερό.»
-«Ω το χρυσό μου το χρήμα, τι θαύμα που είναι! Τόσο γλυκό, τόσο ωραίο, μπορείς να κάνεις τα πάντα με αυτό!»
-«Σας αποδίδουν τις ικανότητες μεγάλου μπίζνεσμαν, ξέρετε. Έχω ακούσει μάλιστα ότι σας παραλληλίζουν με τον Ωνάση.»
-«Δε θέλω συγκρίσεις με κανέναν και προπαντός με εφοπλιστές και τέτοια πράγματα. Τρείς απ’ αυτούς με είχαν πλησιάσει και ήθελαν να με βάλουν να τους αγοράσω βαπόρια. Δε μ’ ενδιέφεραν τα βαπόρια. Μ’ ενδιέφερε οτιδήποτε έχει σχέση με την τέχνη. Τώρα, αν κέρδισα εκατομμύρια, δισεκατομμύρια, μόνα τους ήρθανε.»
-«Ήταν θέμα ταλέντου;»
-«Ίσως να χρειάζεται και ταλέντο…»
-«Συνέβη ποτέ να πέσετε έξω στις εκτιμήσεις σας;»
-«Όχι, ποτέ»
-«Έτσι πήρατε το τίτλο του «ρυθμιστή» μέσα στο διεθνές χρηματιστήριο της τέχνης;»
-«Δεν υπάρχουν χρηματιστές στην τέχνη.»
-«Μα πως, το βλέπουμε κάθε μέρα, η τέχνη έχει γίνει σα χρηματιστήριο.»
-«Τι κρίμα!»
-«Έχει ή δεν έχει γίνει;»
-«Δε ξέρω. Για μένα, η τέχνη ήταν πάντα ανώτερη από το χρυσάφι, το ασήμι, τις μετοχές που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν. Την τέχνη, τη μεγάλη τέχνη, τίποτα, ούτε ο χρόνος δε μπορεί να την πειράξει. Εκεί, στην τέχνη, βλέπουμε ότι η λέξη «αιωνιότητα» υπάρχει…»
-«Ναι, πολύ ωραία όλα αυτά, αλλά και χρήμα πολύ υπάρχει.»
-«Πάντοτε υπήρχε το χρήμα στην τέχνη. Νομίζετε ότι πρώτα οι καλλιτέχνες δεν πληρωνόντουσαν; Ο Πραξιτέλης δεν ήταν πιο ακριβός από τον Μύρωνα;»
-«Η τέχνη πρέπει να πληρώνεται, λοιπόν.»
-«Αν θέλεις την έχεις.»
-«Είναι αξίωμα αυτό;»
-«Βεβαίως. Αν έχω χρήματα από εδώ και τέχνη από εκεί, ας αποφασίσω τι αγαπώ περισσότερο. Υπάρχουν άνθρωποι που μισούν την τέχνη ή αδιαφορούν γι’ αυτήν. Ο Ωνάσης μου έλεγε ότι προτιμάει τα ψεύτικα έργα, γιατί είναι καλύτερα ζωγραφισμένα και πιο φτηνά. Και είχε πραγματικά όλο ψεύτικα έργα.»
-«Κι αν κάποιος δεν έχει χρήματα, αλλά αγαπάει την τέχνη και θέλει να αποκτήσει έναν πίνακα;»
-«Ένας φτωχός δηλαδή; Αν έχει μυαλό και θέληση, θα τα βρει. Θα πάει να δουλέψει, να δανειστεί.»
-«Μιλάτε σοβαρά ότι μπορεί να εξοικονομήσει τόσα χρήματα δουλεύοντας;»
-«Ε τότε ας τα κλέψει!»
-«Αξίζει, δηλαδή να κλέψει κάποιος προκειμένου ν’ αποκτήσει ένα έργο τέχνης;»
-«Βεβαίως, και να σκοτώσει κι απ’ όλα. Εδώ σκοτώνουν για βλακείες και να μην σκοτώσουν για την τέχνη; Αλλά κοιτάξτε, ο πόθος για την τέχνη δεν έχει ούτε τόσο μεγάλη έκταση ούτε τόσο μεγάλη ένταση στους ανθρώπους. Είναι ένα πράγμα μαγικό η τέχνη –είναι η ουσία όλης της ζωής, ιστορικά, πολιτικά, τα πάντα-, γι’ αυτό και δεν είναι προσιτή στους πολλούς.»

[`

«Η ιστορία αυτού του κόσμου ή κομμάτια της ιστορίας έχουν εναποτεθεί σ’ αυτό το τεράστιο, σ’ αυτό το περίφημο σπίτι του Ιόλα, που σχεδιάστηκε από τον Πικιώνη. Στις τριάντα μαρμάρινες αίθουσές του, φυλάει, εδώ και μερικά χρόνια, ένα μέρος από τα 10.000 κομμάτια της συλλογής του, που βρίσκονται άλλα στην Ελλάδα και άλλα στο εξωτερικό. Περνώντας πόρτες, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας σκάλες, ανάμεσα σε πίνακες, γλυπτά, έπιπλα, αντικείμενα, με τη Σούλα μπροστά να ανοίγει και να κλείνει τα φώτα, σκέφτεσαι πως οι ανθρώπινες φιγούρες χάνουν την σημασία τους εδώ μέσα.
-«Έχετε αποτιμήσει σε χρήμα τα 10.000 κομμάτια σας;»
-«Όχι, χρυσή μου, δε μ’ ενδιαφέρει αυτό το πράγμα. Τα έργα με ενδιαφέρουν, τ’ αγαπώ πολύ, είναι για μένα το παν.»
-«Γίνατε όμως εκατομμυριούχος απ’ αυτό…»
-«Α, δε ξέρω τίποτα. Εγώ έχω ανάγκη δέκα δραχμές τη μέρα για να ζήσω.»
-«Η συντήρηση αυτού του σπιτιού δεν είναι μέσα στις ανάγκες σας;»
-«Το σπίτι είναι άλλη δουλειά…»
-«Τέλος πάντων, υπάρχει η άποψη ότι επηρεάσατε τα ρεύματα της σύγχρονης τέχνης. Πώς το ακούτε αυτό;»
-«Αυτά ας τα πούνε οι άλλοι. Βλακείες εγώ δε λέω.»
-«Γιατί Είναι βλακείες;»
-«Η τέχνη δεν εξαρτάται από κανένα. Ίσως εγώ είδα πιο μπροστά από κάποιον άλλο ένα πράγμα, αυτό όμως δε σημαίνει πως επηρέασα. Τους μεγάλους ανθρώπους –κι εγώ γνώρισα όλες τις γενιές του αιώνα μας –δεν μπορείτε ούτε να τους επηρεάσετε ούτε τίποτα. Να σας επηρεάσουν εκείνοι, μάλιστα.»
-«Καλά όλα αυτά, αλλά είναι θεωρητικά κι αόριστα. Το όνομά σας έχει τέτοιο κύρος, ώστε θα μπορούσατε να είστε ένας δικτάτορας στο χώρο της τέχνης.»
-«Τι πάει να πει δικτάτορας της τέχνης; Αν είστε μάνατζερ της Γκάρμπο ή της Ντίτριχ ή της Γκλόρια Σβάνσον και ζητάτε ένα εκατομμύριο για ένα φιλμ, είστε δικτάτορας;»
-«Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Εσείς μπορείτε να επιβάλετε έναν καλλιτέχνη άγνωστο, ακόμα και ατάλαντο, αν το θελήσετε. Ποιος θα αμφισβητήσει την αξία του, αφού την υπογράφει ο Ιόλας;»
-«Για να κάνω κάτι τέτοιο, πρέπει να είμαι βέβαιος ότι αυτός εκφράζει μια αλήθεια μέσα από την τέχνη.»
-«Εσάς σας αρέσει να πειράζετε λίγο. Ας πούμε ότι θέλετε να κάνετε ξαφνικά ένα αστείο.»
-«Δεν κάνω αστεία με την τέχνη εγώ»
-«Ένας άλλος στη θέση σας, θα έμπαινε στον πειρασμό να το κάνει. Κι όχι για να γελάσει απλώς…»
-«Εγώ δεν είμαι στη θέση κανενός, είμαι στη δικιά μου θέση. Λοιπόν, ποτέ μου δε θα έκανα κάτι τέτοιο, γιατί δεν θα ήμουν ευτυχής.»
-«Ώστε ποτέ δεν προβάλατε κάτι που δεν άξιζε;»
-«Συνέβη, αλλά για άλλους λόγους και με άλλο πνεύμα απ’ αυτό που λέτε εσείς. Θέλοντας να κάνω προπαγάνδα για την Ελλάδα, πήρα και πρόβαλα μερικούς καλλιτέχνες που δεν ήταν μεγάλοι, που δεν έβγαιναν από τα σύνορα της χώρας τους, δηλαδή που ήξερα, όπως ξέρω και τώρα, ότι αν φύγουν από δω δε θα κάνουν τίποτα, ούτε ένα γρόσι…»
-«Ποιοι ήταν αυτοί οι καλλιτέχνες;»
-«Γουναρόπουλοι, Τσαρούχηδες, Μαυροειδήδες….»
-«Με τον Τσαρούχη έχετε, νομίζω, μια ιστορία…»
-«Παλιά, όταν τον είδα για πρώτη φορά, μου άρεσε. Ήταν ένας από αυτούς τους τύπους τους ελληνικούς, τους λαϊκούς, που εγώ δεν τους ήξερα διόλου. Τα έργα του ήταν αντιπροσωπευτικά του λαού. Τον πήρα λοιπόν και του έκανα μια έκθεση στην Αμερική, του έδωσα ένα είδος συμβολαίου, έφτιαξε το «Καφενείον Το Νέον» στο Σύνταγμα, του είπα να κάνει και μερικά αρχιτεκτονικά πράγματα στον Πειραιά, πλήρωνα και τα ναύλα του να πηγαίνει και να ‘ρχεται εκεί κάτω, κι αυτό ήταν όλο. Είπε πως έγινα πλούσιος απ’ αυτόν! Είχα καμιά πενηνταριά έργα του που τα χάρισα στην ανιψιά μου. Εγώ τώρα δεν έχω ούτε ένα δικό του και ούτε θέλω να έχω…»
-«Αυτό σημαίνει τον απορρίπτεται εντελώς;»
-«Δεν τον θεωρώ ούτε μεγάλο ούτε σπουδαίο ζωγράφο. Απλώς, είχε ορισμένες ποιότητες σε ορισμένες εποχές. Στο παρελθόν. Ποιος αγοράζει σήμερα Τσαρούχη στο εξωτερικό;»
-«Θεωρείται ένα από τα πρόσωπα της σύγχρονης ελληνικής κουλτούρας.»
-«Ποια είναι η ελληνική κουλτούρα; Εσείς τα ξέρετε αυτά, για μένα είναι μυστηριώδη πράγματα. Εγώ γνωρίζω για την ποίηση μερικά πράγματα, ξέρω για την αρχιτεκτονική του Πικιώνη, αγαπώ τον Θεόφιλο πάρα πολύ.»
-«Είχατε κάνει έκθεση και στον Γουναρόπουλο. Τι σκέφτεστε για τον Γουναρόπουλο;»
-«Δεν είμαι κριτικός… Σέβομαι το ότι ο Γουρανόπουλος πούλησε το οικόπεδό του για να κάνει στην Αμερική μια έκθεση. Αλλά αν έλεγα ότι είναι μεγάλος ζωγράφος, θα ήμουν βλάκας…»
-«Καλός ζωγράφος, έστω;»
-«Ούτε καλός, ούτε μεγάλος…»
-«Ο Βασιλείου;»
-«Ούτε καλός, ούτε μεγάλος…»
-«Ο Μόραλης;»
-«Είναι φίλος μου ο Μόραλης.»
-«Δεν θα μου πείτε;»
-«Ούτε καλός, ούτε μεγάλος…»
-«Ο Χατζηκυριάκος- Γκίκας;»
-«Είναι φίλος μου ο Γκίκας, του έχω κάνει εκθέσεις, έχω έργα του, που τα ‘χω χαρίσει στην αδερφή μου, έχει πολύ ταλέντο, είναι σοβαρός άνθρωπος, σοβαρός ζωγράφος, αλλά δεν μπορώ να πω ότι είναι genie. Πάντως, τον προτιμώ χίλιες φορές από τον Τσαρούχη. Δεν κάνει φασαρίες, κι επιπλέον δεν ανοίγει το στόμα του να λέει βλακίες, όπως ο Τσαρούχης, που έχει καταντήσει πλέον μια Πυθία στο σούπερ μάρκετ…»
-«Για τον Φασιανό τι γνώμη έχετε;»
-«Αχ, Θεέ μου, μη με τυραννάτε! Απαίσιος είναι.»
-«Μα εσείς τον βοηθήσατε να επιβληθεί…»
-«Τον είδα φτωχό στο Παρίσι. Με πήγαινε σε κάτι ελληνικά εστιατόρια εκεί πέρα, μ’ άρεσε η ζωή που μου έδειχνε. Ασήμαντοι Έλληνες, μικρούληδες, φτωχούληδες, είχαν ενδιαφέρον για μένα. Τους εκατομμυριούχους και τους δισεκατομμυριούχους τους είχα γνωρίσει. Αυτό που έκανα για τον Φασιανό, δεν το έκανα γιατί ήταν μεγάλος καλλιτέχνης. Το έκανα γιατί ήταν Έλληνας και για να του δώσω μια βοήθεια. Και μ’ αυτό τι έγινε; Έγινε μεγάλος καλλιτέχνης ο Φασιανός; Μπόρεσα να τον κάνω μεγάλο εγώ; Χειρότερος έγινε…»
-«Υπάρχει κάποιος Έλληνας καλλιτέχνης που θα τον χαρακτηρίζατε μεγάλο ανεπιφύλακτα;»
-«Βεβαίως. Ο Τάκις. Είναι ανώτερος απ’ όλους, ο καλύτερος γλύπτης του κόσμου, κι αυτό το λέω, το υπογράφω και κόβω το κεφάλι μου.»
-«Από τους παλιούς ζωγράφους μπορείτε να αναφέρετε κάποιον που, έστω, να ξεχωρίζει;»
-«Γκύζηδες, Βολανάκηδες, Μαλέας; Αυτά είναι πράγματα λοκάλ… Αν μου στείλετε έναν Παρθένη, έναν Βολανάκη, θα σας τον στείλω πίσω.»
-«Απ’ τους νεότερους;»
-«Μ’ αρέσει πολύ ο Ακριθάκης, ο Τσόκλης, ο Παύλος, η Καρέλα, ένα παιδί που λέγεται Λαζόγκας. Υπάρχουν πολλά πράγματα να δει κανείς σ’ αυτούς.»
-«Για την Κατερίνα Μαρούδα δε μου είπατε… Πήγατε στην γκαλερί όπου έγινε η έκθεσή της, αγοράσατε έργα, κάνατε και μια δεξίωση στο σπίτι σας προς τιμήν της…»
-«Κατά τύχη ασχολήθηκα, κάποιος φίλος μου ζήτησε να πάω στην έκθεση, κι αγόρασα ένα πίνακα.»
-«Σας άρεσε τόσο πολύ;»
-«Ακολουθεί τις κατευθύνσεις της καινούργιας ιταλικής ζωγραφικής, βρίσκεται, μου φαίνεται, στο σωστό δρόμο, είναι νεότατη, δε μπορώ να πω τίποτε περισσότερο. Η Κατερίνα Μαρούδα είναι μια πολύ καλή κυρία.»
-«Μιλάμε για τους καλλιτέχνες. Ήθελα να μου πείτε, εσείς τι νομίζετε ότι προσφέρατε στην τέχνη;»
-«Αυτό δε μ’ ενδιαφέρει. Όσα κι αν έδωσα, δεν είναι τίποτα μπροστά σε εκείνα που πήρα.»
-«Τι πήρατε;»
-«Τα πάντα. Έχω την τέχνη και είναι γεμάτη η ζωή μου. Ευτυχώς που δεν έγινα εκατομμυριούχος βαμβακέμπορος. Θα μπορούσα βέβαια να έχω γίνει, αφού ο πατέρας μου ήταν από τους γνωστότερους κλασιφικατέρ βαμβακιού στην Αλεξάνδρεια…
Αλλά η τέχνη ήταν μέσα μου, αγαπούσα και το θέατρο και τη μουσική , έπαιζα πιάνο από μικρός κι ήταν σαν να ανοίχτηκε ο κόσμος μπροστά μου, όταν παιδάκι, δώδεκα χρονών, σκαστός από το σπίτι μου, αντίκρισα για πρώτη φορά την Κοτοπούλη να παίζει «Κλυταιμνήστρα» στην Αλεξάνδρεια. Ποτέ δεν έχω δει τέτοια ποιότητα, ήταν πιο σπουδαία κι από τον Παρθενώνα…»
-«Είναι σχήμα λόγου ή το εννοείτε;»
-«Το εννοώ βεβαίως. Ο Παρθενώνας ήταν μια μικρή έκφραση του 5ου αιώνα και της παρακμής του. Ήταν γελοίος. Σήμερα είναι καταστραμμένος, γι’ αυτό είναι πιο ωραίος. Δυστυχώς όμως του έχει μείνει το όνομα, όχι η ουσία….»
-«Φαντάζομαι ότι θα ξενίσει αυτό που λέτε για τον Παρθενώνα…»
-«Έχω δει ναούς χίλιες φορές ανώτερους απ’ αυτόν. Αλλά οι Έλληνες νομίζουν ότι η ελληνική τέχνη είναι η μεγαλύτερη.»
-«Ενώ δεν είναι;»
-«Ποτέ μην έχετε το κακό γούστο να πέσετε σε παραβολές. Οι αληθινές κυρίες, οι αριστοκράτισσες, ποτέ δε λένε ότι ένα φόρεμα του Ντιόρ είναι καλύτερο από ένα του Σεν Λοράν.»
-«Μιλούσαμε για τον Παρθενώνα…»
-«Ναι αυτή είναι η άποψή μου, κι ας ελπίσουμε πως δε θα του ξανακολλήσουν τα μάρμαρα εκείνα πάνω του…»
-«Για τα Ελγίνεια λέτε;»
-«Τα κακόμοιρα!»
-«Τι γνώμη έχετε γι’ αυτήν την εκστρατεία που έχει γίνει σχεδόν εθνικό μας θέμα;»
-«Μου είπε να υπογράψω η Μελίνα, αλλά γιατί να βάλω υπογραφή για αυτές τις ανοησίες. Φανταστείτε να ζητήσει η Ιταλία τα αριστουργήματά της από το Λούβρο, η Αγγλία τα δικά της κτλ…»
-«Την έχετε παρακολουθήσει ως υπουργό την κυρία Μερκούρη;»
-«Αυτό μου έλειπε τώρα, ν’ αποστραβωθώ. Η Μελίνα δεν είναι παρά μια γυναίκα που έχει το σεξαπίλ του παλιού καιρού και το εκμεταλλεύεται τώρα, το 1983. Με τα Ελγίνεια της κάνουν κροκοδειλίσιες ενέσεις και της πληρώνει ο Παπανδρέου το τικέτο της για να πηγαίνει εδώ κι εκεί…»
-«Για την πολιτική τι σκέφτεστε;»
-«Τη μισώ. Μ’ έχει επηρεάσει πολύ ο Μαρλό πάνω σ’ αυτό. Η πολιτική είναι ένα πράγμα το οποίο δοκιμάζεται σαν ένα μεζές… Η πολίτική μαγειρεύεται, και ή πετυχαίνει ή δεν πετυχαίνει…»
-«Είναι αναγκαία όμως, δεν είναι;»
-«Δε ξέρω. Όταν έχετε βρώμικα χέρια είναι αναγκαία. Ούτε οι πολιτικοί μ’ ενδιαφέρουν, εκτός κι αν έχουν άλλα χαρίσματα, όπως η Γκόλντα Μέιρ που τη θαύμαζα πολύ, ή αν είναι όπως ο Ρούσβελτ ή ο Ντε Γκολ, δηλαδή άνθρωποι του πεπρωμένου…»
-«Έλληνες πολιτικοί υπήρξαν άνθρωποι του πεπρωμένου;»
-«Α, ο Βενιζέλος. Ήταν καταπληκτικός.»
-«Ο Καραμανλής;»
-«Είναι φίλος μου, τον αγαπώ πολύ, τον ξέρω από το Παρίσι. Τον γνώρισα σε κάποια έκθεση που είχα κάνει και είχε έρθει μαζί με κάποιο κύριο Λαμπρία . Μου άρεσε ως άνθρωπος, είναι ηθικός, έχει ένα λαϊκό στοιχείο, αλλά δεν μ’ αρέσει όταν γίνεται Παριζιάνος. Μου φαίνεται ότι διαθέτει μεγάλο κύρος, έχει καταφέρει πολλά για ένα λαό πολύ δύσκολο, ανυπόμονο, ανυπότακτο και τυραννισμένο, όπως είναι ο ελληνικός, και για την Ελλάδα είναι απαραίτητος. Ελπίζω να ζήσει.»
-«Για την αλλαγή του ΠΑΣΟΚ τι σκέφτεστε;»
-«Στην ανθρωπότητα συντελείται σήμερα μια τέτοια αλλαγή, που δεν έχει τίποτα να κάνει με τις αλλαγές που ετοιμάζουν οι πολιτικοί. Όλα στέκονται με το ζόρι, βρισκόμαστε στο τέλος ενός πολιτισμού, ο άνθρωπος αλλάζει, όχι πολιτικά, αλλάζει ιστορικά, τα άλλα είναι ένα τίποτα, κι είναι γελοίο να πιανόμαστε από τα φιλιά του Αραφάτ από τη Νικαράγουα. Έχουμε όμως, δυστυχώς, τυφλωθεί από το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τις εφημερίδες. Δεκαπέντε ελληνικές εφημερίδες και η μία διαψεύδει την άλλη.»
-«Λοιπόν, δεν έχετε αντιληφθεί καμία αλλαγή με το ΠΑΣΟΚ;»
-«Δε ξέρω τίποτα. Η μόνη αλλαγή που βλέπω ότι είναι τώρα στις πρεμιέρες και στις δεξιώσεις πάνε άλλοι, οι καινούργιοι, οι παλιοί χαθήκανε…»
-«Για τον κύριο Παπανδρέου ποια είναι η γνώμη σας;»
-«Δεν τον ξέρω πολύ, ούτε και μ’ ενδιαφέρει. Τον είδα για πρώτη φορά σε μια δεξίωση με την Μάργκαρετ. Δε φαινόταν τίποτε το αμερικάνικο επάνω του, αλλά και τίποτα το ελληνικό. Βεβαίως, μιλάει καλύτερα από τον Ράλλη – ο Ράλλης δεν ξέρει να μιλήσει καθόλου. Αλλά δεν είναι τίποτα το εξαιρετικό, ως πολιτικός είναι μέτριος.»
-«Πείτε μου κάποιο πολιτικό εξαιρετικό…»
-«Δεν τους ξέρω. Τους ξέρω ως το σημείο που έρχονται εδώ στο σπίτι μου για να φάμε και να μιλήσουμε όταν έχω πάρτι.»
-«Για τον κύριο Αβέρωφ τι σκέφτεστε;»
-«Είναι ένας τζέντλεμαν με μικρό ταλέντο συγγραφέως. Μου στέλνει πάντα βιβλία του με μεγάλες dedicaces.»
-«Ως πολιτικός;»
-«Δε μ’ ενδιαφέρουν οι πολιτικοί σας είπα. Ο μόνος που μου χτυπάει στο μάτι είναι ο Μητσοτάκης, είναι πιο καπάτσος, έχει πιο πολλή στόφα γι’ αυτό το επάγγελμα. Α, ο Παπανδρέου μου φάνηκε συμπαθέστερος απ’ τη μέρα που υπέγραψε για τις Βάσεις.»
-«Είστε αμερικανόφιλος;»
-«Ένα δισεκατομμύριο τοις εκατό…»
-«Γιατί;»
-«Γιατί εκεί έμαθα τα πράγματα που δεν τα άκουσα σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου. Για μουσεία, για τέχνη, για όπερα, για ελευθερία σκέψεως. Η Αμερική είναι ένα μέρος όπου αν έχετε ταλέντο αναγνωρίζεται και σας προωθούν τρομακτικά, όχι μόνο για το χρήμα, αλλά για να μπει στο χώρο μια καινούργια αξία. Στην Ευρώπη είναι διαφορετικά. Χρειάζονται πολλοί μόχθοι και άλλα πράγματα: ομορφιά, μόρφωση, αυθάδεια, απληστία. Λοιπόν, είμαι πολύ ευτυχής που έχω αμερικάνικο διαβατήριο και λυπάμαι που δεν είμαι αληθινός Αμερικάνος. Αληθινός είναι μόνο ο Ιόλας.»
-«Τι πάει να πει αυτό;»
-«Τι πάει να πει αυτό; Ένα μηδενικό, αλλά είμαι αυτό που είμαι…»
-«Είστε αντικομουνιστής, κύριε Ιόλα;»
-«Πως σας ήρθε αυτή η ιδέα, ότι εγώ θα μπορούσα, έστω και κατά φαντασία, να αγαπώ τον κομουνισμό;»
-«Θα ‘ταν πολύ πρωτότυπο…»
-«Δώστε μου 300 ή 400 εκατομμύρια δολάρια και τρείς μεγάλες τράπεζες, όπως είχε ο Πικάσο, και γίνομαι αμέσως κομουνιστής. Όλοι οι μεγάλοι φίλοι μου, ο Ελιάρ, ο Σαρτρ, ο Μπρετόν ήταν κομουνιστές και σήμερα οι ιδέες τους είναι νεκρές. Κομουνιστής είναι και ο Μάτα, φίλος του Μιτεράν, κι έρχεται εδώ πέρα με το μαύρο χαβιάρι του και τα κρασιά του τα γαλλικά, όλοι οι μεγάλοι κομουνιστές που γνώρισα είναι πραγματικά πολύ σικ, εκτός από τους Ρώσους.»
-«Ως ιδεολογία, ξέρετε τι λέει ο κομουνισμός;»
-«Δε με ενδιαφέρει διόλου τι λέει ο κομουνισμός…»
-«Εν πάση περιπτώσει, ποιο πολιτικό σύστημα θα δεχόσασταν;»
-«Η σκλαβιά είναι το ωραιότερο πράγμα. Θυμάμαι στην Αίγυπτο τις σκλάβες- ιέρειες, του πέντε μαύρους σκλάβους που είχαμε και η γιαγιά μου τους έπλενε κάθε Σάββατο στην ταράτσα με σαπούνι και ζεματιστό νερό για να ασπρίσουν. Εμείς τους βλέπαμε σαν σε θέατρο, ολόγυμνους, ήταν καταπληκτικοί, ωραίοι σαν αγάλματα, όλοι οι σκλάβοι γίνονται τότε πιο λογικοί και πιο ανθρώπινοι, ξέρετε. Κατάλαβα τότε ότι μόνο με τη σκλαβιά μπορεί κανείς να προχωρήσει στη ζωή του. Όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες που έχω γνωρίσει ήταν σκλάβοι. Είμαστε σκλάβοι, να το ξέρετε, και πολλοί λίγοι είναι ελεύθεροι άνθρωποι.»
-«Ποιοι είναι οι ελεύθεροι;»
-«Κανείς. Δεν τους ξέρω… Πολύ λίγοι…»
-«Τι σκέφτεστε όταν ακούτε τη λέξη, δημοκρατία;»
-«Α, η ανύπαρκτη δημοκρατία!»
-«Είστε δημοκράτης;»
-«Διόλου…»
-«Τι είστε; Φασίστας;»
-«Ούτε φασίστας. Μπορεί να φλερτάρισα με τον Μουσολίνι γιατί τον είδα στη Βενετία, αλλά μετά είδα στο μπαλκόνι του και τον Χίτλερ!... Οι πολιτικοί είναι για λύπηση, καταλάβετέ το.»
-«Τέλος πάντων, αν ψηφίζατε στην Ελλάδα, τι θα ψηφίζατε;»
-«Καραμανλή.»
-«Δεν μπορείτε. Είναι Πρόεδρος της Δημοκρατίας τώρα. Εννοούσα κόμμα.»
-«Η φτερού να μας κυβερνήσει.»
-«Ωραία!»
-«Κοιτάξτε, μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που δημιουργούν. Αυτοί πάντοτε υπάρχουν, είναι ανώτεροι από τα συστήματα, δημιουργούν πράγματα, βλέπουν ζωή. Ν’ αφήσω εγώ τώρα την τέχνη και να λέω για τον Παπανδρέου και για τον ένα και τον άλλο; Ε όχι!»
Ώσπου να τελειώσει το γυμνάσιο, ο Αλέξανδρος Ιόλας «έκανε ό, τι του έλεγαν, αλλά ούτε κατά διάνοια δεν πίστευε ότι θα ασχοληθεί με αυτά τα πράγματα».
Πουλώντας ένα μεγάλο χρυσό σταυρό που του είχε χαρίσει ο Τσαλδάρης, το γραμμόφωνο και τους δίσκους του, για να μεγαλώσει το ποσόν των δέκα χρυσών λιρών που ήταν η περιουσία του, το ‘σκασε κρυφά από το σπίτι, αφήνοντας μόνο ένα γράμμα στη μητέρα του. Με μοναδικό εφόδιό του τρείς συστατικές επιστολές, μία για τον Παλαμά, μία για τον Μητρόπουλο και μία για τον Σικελιανό, έφτασε στην Αθήνα, ταξιδεύοντας στο κατάστρωμα της τρίτης θέσης του πλοίου «Ιφιγένεια».
Έμενε σε ένα δωμάτιο στη οδό Αριστοτέλους. Είχε την τύχη να γνωρίσει από κοντά την καλλιτεχνική και πνευματική Αθήνα της εποχής, τον Παλαμά, τον Άγγελο Σικελιανό, που τον πήρε μαζί του στη Συκιά για να τον μυήσει στην ποίηση του –ήθελε μάλιστα να τον βάλει να παίξει τον Ερμή στις Δελφικές γιορτές-, τον Μητρόπουλο, τον Βάσο Κανέλλο και την γυναίκα του Τανάγρα, που τον φώναζε χαρακτηριστικά «ο κύριος». Στο στούντιό τους πήρε τα πρώτα του μαθήματα, μια που τα’ όνειρό του ήταν να γίνει χορευτής. Φορούσε έναν κοντό χιτώνα και χόρευε επηρεασμένος από την Ισιδώρα Ντάνκαν.
Μια απόπειρα του πατέρα του να τον επαναφέρει στις επιχειρήσεις απέτυχε. Ο νεαρός Ιόλας έφυγε για την Ιταλία αναζητώντας καινούργιους ορίζοντες. Μετά την «καταπληκτική τέχνη» της Αιγύπτου, τη «φιλήδονη τέχνη» της αρχαίας Ελλάδας, η «μεγαλειώδης τέχνη» που αντίκρισαν τα μάτια του εκεί υπήρξε το «μεγάλο σοκ» της ζωής του.
Με το βιβλίο στο χέρι, έπαιρνε το τρένο και πήγαινε να δει από κοντά τα μεγάλα μνημεία, τα οποία θαύμαζε «σαν μεθυσμένος». Έτρεχε στα θέατρα, και στην Όπερα πήγε για πρώτη φορά στη Σκάλα του Μιλάνου.
-«Αισθανόμουν σαν εκατομμυριούχος… Ήμουν ο πιο ευτυχής άνθρωπος στον κόσμο. Μετά πήγα στη Γερμανία. Το Βερολίνο έλαμπε εκείνη την εποχή, ήταν το πιο ζωντανό μέρος της Ευρώπης. Σπούδασα χορό και έγινα πρώτος χορευτής στο Σάλτσμπουργκ. Το 1932 έφτασα στο Παρίσι και έγινα ο πρώτος χορευτής στο μπαλέτο του Μόντε Κάρλο. Γνώρισα μεγάλους καλλιτέχνες, όλοι ήθελαν να ποζάρω γι’ αυτούς… Στις Ηνωμένες Πολιτείες, πήγα τον καιρό της μεγάλης κρίσης, 1935. Ήταν αριστούργημα. Έξω βλέπατε μόνο εκατομμυριούχους, ο λαός είχε χαθεί εντελώς. Είναι αρκετά ευγενής ο λαός, ώστε να μην κάνει ούτε θόρυβο ούτε τίποτα.»
-«Τι συνέβη και εγκαταλείψατε το χορό;»
-«Η ζωή με τους χορευτές είναι το χειρότερο πράγμα. Πολύ λίγες φορές έχουν ανατροφή. Έτσι το 1944 χόρεψα για τελευταία φορά. Ως τότε, ποτέ δεν είχα πάψει να αγοράζω έργα τέχνης, κοσμήματα, πίνακες, γούνες, ταπισερί. Μου άρεσαν πολύ τα παλιά πράγματα. Αλλά ένας πίνακας του Ντε Κίρικο μ’ έκανε το 1931 να ανακαλύψω τη μοντέρνα τέχνη, αυτή που πήγαινε στο σουρεαλισμό, αυτή που λατρεύω πάντα.»
-«Κι αποφασίσατε να ανοίξετε γκαλερί;»
-«Μια φίλη μου, η πριγκίπισσα Ρούσπολι, με σύστησε στη Ελίζαμπεθ Άρντεν και προσλήφθηκα ως υπεύθυνος για τα μπουκάλια, τα κουτιά της πούδρας κτλ. με 100.000 δολάρια το χρόνο. Ένα μήνα έμεινα εκεί. Η δουλειά μου φάνηκε φρικιαστική, και, με την προτροπή της πριγκίπισσας Ρούσπολι και πάλι με δέκα δολάρια στην τσέπη, τα τελευταία μου, άνοιξα την γκαλερί στους 55 δρόμους στον αριθμό 23, στη Νέα Υόρκη. Εκείνη έβαλε το όνομά της κι εγώ τη δουλειά μου. Παρουσίασα για πρώτη φορά Shagal, Miro, Μax Ernst. Η πρεμιέρα ήταν ένα θρίαμβος. Οι Ρολς Ρόις παρέλαυναν μπροστά στη γκαλερί μου, κι εγώ από χορευτής έγινα γκαλερίστας. Μετά ακολούθησαν κι άλλοι. Ο Μagritte, ο Brauner… Έφερα τους κυβιστές στην Αμερική, μετά τους φοβ, φυσικά. Ύστερα έκανα την πρώτη έκθεση του Andy Warhol, παρουσίασα τον Cornell, τον Duchamp, τον Stevenson, και μετά ήρθε η σειρά των Γάλλων –Yves Klein, Niki de Saint Phalle, Riis, Jean Pierre Reno.»
-«Πως κάνατε αυτές τις εκθέσεις; Αγοράζατε τα έργα ή είχατε ποσοστά από τις πωλήσεις;»
-«Όλα τα αγόραζα.»
-«Που βρίσκατε τα χρήματα;»
-«Να είστε βέβαιη ότι δεν τα έκλεψα…»
-«Που τα βρίσκατε;»
-«Είχα credit, μπορούσα να πάρω εκατομμύρια δολάρια, μια βαλίτσα χρήματα, χωρίς να υπογράψω ποτέ κάποιο χαρτί ότι χρωστάω.»
-«Μου φαίνεται περίεργο που σας έδιναν τόσα χρήματα.»
-«Το συμφέρον τους ήταν να με βοηθήσουν.»
-«Ποιο συμφέρον;»
-«Αυτό είναι ένα μυστικό που δεν θέλω να το βγάλω στη φόρα. Καλό είναι να μην τα λέει κανείς όλα.»
-«Τόσο φοβερό είναι αυτό το μυστικό;»
-«Βοηθούσα τους εκατομμυριούχους να κάνουν τις συλλογές τους. Η συλλογή ντε Μενίλ για παράδειγμα, αυτή η συλλογή με τα 3.000 έργα που θα εκτεθεί του χρόνου στο Παρίσι, είναι έργο δικό μου. Λοιπόν, έβρισκα έργα γι’ αυτούς τους εκατομμυριούχους, ήξερα ότι θα τα αγοράσουν και έβαζα πάνω την τιμή που ήθελα, δηλαδή την τιμή που έπρεπε, άσχετα με το πόσα είχα δώσει εγώ για να το αγοράσω…»
-«Μετά την Νέα Υόρκη ανοίξατε κι άλλες γκαλερί;»
-«Ναι, στη Γενεύη, στο Παρίσι, κι από εκεί στο Μιλάνο, στη Μαδρίτη, στη Ρώμη, στη Βηρυτό.»
-«Και στην Ελλάδα;»
-«Όταν ήρθα στην Ελλάδα δεν υπήρχε τίποτα. Γνώρισα κάποιον Ζουμπουλάκη που πουλούσε κομπολόγια, κασέλες και τέτοια, και του είπα να φτιάξει μια γκαλερί. Του έδινα έργα, έδινα και σε άλλες γκαλερί, για να δούνε οι Έλληνες την τέχνη που υπάρχει σ’ άλλα μέρη του κόσμου και που δεν έχουν την τύχη να βλέπουν.»
-«Αυτές τις γκαλερί τις έχετε τώρα;»
-«Όχι, τις έκλεισα όλες. Δε μ’ αρέσει να έχω πια γκαλερί. Όπως σταμάτησα το χορό μια μέρα, έτσι τις άφησα κι αυτές. Θα κάνω άλλο επάγγελμα…»
-«Το έχετε βρει;»
-«Το μόνο που θα μου ‘κανε χαρά είναι να έχω ένα πανέρι και να πηγαίνω στο καμπαρέ να δίνω λουλουδάκια στους πελάτες.»
-«Απλό δεν είναι;»
-«Απλό; Πρέπει να βρεις ωραία λουλούδια, να κάνεις ωραία μπουκετάκια, να ξέρεις πώς θα τους χαμογελάσεις για να τους πείσεις να πάρουν, πώς θα τους επιστρέψεις τα ρέστα. Δύσκολο επάγγελμα, αλλά ωραιότατο…»
-«Δεν έχετε παρά να δοκιμάσετε.»
-«Μακάρι… Ξέρετε κανένα κέντρο να με πάτε; Εγώ δεν ξέρω. Παλιά είχα πάει σε μερικά. Είχα ακούσει και τη Μοσχολιού να λέει τον «Αλήτη»… Είναι η βιογραφία μου αυτό το τραγούδι, ξέρετε. Ούτε μάνα έχω ούτε πατέρα ούτε σπίτι…»
-«Σωστά. Ανάκτορο έχετε…»
-«Αναγκαστικά το έφτιαξα. Που να μείνω, στο δρόμο;»
-«Ασφαλώς….»
Η υπόγεια γκαρνταρόμπα του Ιόλα είναι ένα μεγάλο δωμάτιο με ντουλάπια σε όλους τους τοίχος, με εκατοντάδες πουκάμισα, πουλόβερ, μπλουζάκια, κοστούμια, αμέτρητα παπούτσια, γούνες καφτάνια σε όλα τα σχέδια, σε όλα τα χρώματα…
-«Κάθε άνθρωπος περνάει εποχές που τον πιάνει τρέλα για το ντύσιμο. Με το ντύσιμο δείχνεις τι έχεις μέσα σου. Εγώ πέρασα από αυτήν την εποχή. Έχω 400 κοστούμια, 3.000 πουκάμισα. Άλλαζα πέντε φορές τη μέρα… Στην Ελλάδα όμως δεν μπορώ να κάνω αυτή τη ζωή… Γίνομαι χτυπητός, γελοίος, θα με περνάγανε για παλιάτσο… Ο ίδιος ο Καραμανλής τόλμησε να με παρατηρήσει σε μια δεξίωση, γιατί τάχα το μαντίλι μου φαινόταν περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, και το έβαλε στη θέση του. Και σε μια άλλη, που τα μαλλιά μου είχαν ανακατωθεί γιατί τα ‘χε φυσήξει ο αέρας, μου είπε να χτενιστώ γρήγορα. Του μήνυσα τότε να κοιτάζει τη δουλειά του, το δικό του ντύσιμο. Λοιπόν, και να ντυθώ, που να πάω, σας παρακαλώ, εδώ πέρα;»
-«Ποιο είναι το καλό ντύσιμο κατά τη γνώμη σας;»
-«Να μην είσαι κακοντυμένος. Το 95% των Ελλήνων είναι κακοντυμένοι…»
-«Δε μου απαντήσατε.»
-«Το καλό ντύσιμο είναι θέμα καλού ράφτη.»
-«Πόσοι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να πάνε σε καλούς ράφτες;»
-«Ε, τότε ας βγαίνουν γυμνοί.»
-«Ωραία τα λέτε!»
-«Τι να σας πω τώρα. Που να ξέρω πόσοι μπορούν να πάνε σε ένα καλό ράφτη. Εκείνο που ξέρω είναι ότι όταν φοράτε ένα φόρεμα της μαντάμ Γκρε ή του Μπαλεσιάνγκα, δεν μπορείτε να χαχανίζετε ή να κοιτάτε τα χέρια σας ή να μην ξέρετε να καθίσετε σε μια καρέκλα. Κάποτε ήταν αλλιώς η ζωή. Σήμερα, βλέπετε, όλες, είτε είναι τραγουδίστριες είτε κοκότες είτε κυρίες είτε υπουργίνες, είναι το ίδιο. Όλες χαμογελούν, όλες δείχνουν τα δόντια τους. Μια κυρία πρέπει να είναι προσεκτική, δεν είναι ανάγκη να είναι φανταχτερή, να ξεχωρίζει, για να είναι ωραία. Οι ωραιότερες κυρίες που γνώρισα στη ζωή μου είναι αυτές που τις ανακαλύπτατε.»
-«Πείτε μου μερικές γυναίκες που σας εντυπωσίασαν ως προσωπικότητες.»
-«Ως μαγικό πρόσωπο θα σας πω την Γκρέτα Γκάρμπο. Πολύ απλή, πολύ σιωπηλή, έβγαινε έξω από την πραγματικότητα. Η Τζάκι Ωνάση είναι μια καταπληκτική γυναίκα. Σας μιλάει και το πρόσωπό της παίρνει το χρώμα της φράσης που λέει. Η πριγκίπισσα Ρούσπολι είναι η πιο σικ γυναίκα της ανθρωπότητας. Η μαντάμ Ασλάν, τίμια γυναίκα, μ’ εντυπωσίασε. Ξέρετε, το θεωρώ μεγάλη τύχη στη ζωή μου που συνάντησα τις πιο σημαντικές γυναίκες του αιώνα μας και έγινα φίλος μαζί τους.»
-«Ποιους θα ξεχωρίζατε;»
-«Ο πιο έξυπνος άντρας που γνώρισα στη ζωή μου ήταν ο Στραβίνσκι.»
-«Θεωρείτε τον εαυτό σας ιδιοφυία;»
-«Τι είπατε παρακαλώ; Πείτε μου έναν άνθρωπο που θα απαντούσε σε αυτό, εκτός από τους πολιτικούς. Αλλά ποιος τους παίρνει στα σοβαρά αυτούς;»
-«Τους παίρνει ο κόσμος.»
-«Όχι ο κόσμος. Ο κοσμάκης.»
-«Αν κάποιος σας έλεγε ότι είστε ιδιοφυία τι θα του λέγατε;»
-«Η ιδιοφυία μου είναι ότι είμαι ευτυχέστατος άνθρωπος, και θέλω να κάνω ευτυχείς και όσους δεν είναι.»
-«Ζείτε αρκετό καιρό στην Ελλάδα, εδώ και μερικά χρόνια. Αισθάνεστε Έλληνας;»
-«Έχω βέβαια κάτι το ελληνικό μέσα μου, αλλά είμαι ξένος όσον αφορά τη νοοτροπία. Έχω τη δική μου νοοτροπία, ξέρετε -ν’ αγαπάς, να είσαι ευτυχής, να βοηθάς, να κάνεις ό, τι μπορείς για το καλύτερο- , που την έφτιαξα μόνος μου και μου επέτρεψε να κάνω εκείνο που ήθελα στη ζωή μου χωρίς να προσβάλλω κανένα.»
-«Τι θέλατε να κάνετε;»
-«Ήθελα να είμαι στα μουσεία, στις μεγάλες συλλογές, στους πολυεκατομμυριούχους, στους μεγάλους ανθρώπους.»
-«Ποια πρόσωπα της ελληνικής πνευματικής ζωής θεωρείτε σημαντικά;»
-«Τι πρόσωπα;»
-«Τον Χατζιδάκι τον γνωρίζετε;»
-«Τον Μάνο; Πώς, τον αγαπώ πολύ. Μ’ αρέσει ο Χατζιδάκις, τα τραγουδάκια του. Αγαπώ και τον Θεοδωράκη, όχι τόσο τη μουσική του, όσο αυτόν ως προσωπικότητα.»
-«Άλλους συνθέτες ξέρετε;»
-«Ξέρω κάποιον Μικρούτσικο. Έχω φάει μαζί του στου Βαρδινογιάννη το σπίτι. Δε μ’ ενδιαφέρει διόλου.»
-«Το ελληνικό θέατρο το παρακολουθείτε; Τον Κουν τον ξέρετε;»
-«Είδα δύο παραστάσεις δικές του, κι είναι από τις λίγες φορές που σηκώθηκα κι έφυγα από το θέατρο. Η μία στο Παρίσι, η «Επτά επί Θήβας», με κάτι κουστούμια φρικτά που είχε κάνει κάποιος Φωτόπουλος. Τραγωδία ελληνική χειρότερα ανεβασμένη δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου. Η άλλη ήταν η «Κλυταιμνήστρα» με τη Μερκούρη στην Επίδαυρο. Σηκώθηκα κι έφυγα πριν τελειώσει.»
-«Μου κάνει εντύπωση ο τρόπος που μιλάτε γι’ αυτούς τους ανθρώπους, που είναι από τις προσωπικότητες της σύγχρονης πνευματικής και καλλιτεχνικής μας ζωής…»
-«Να σας ζήσουν. Να τα χιλιάσετε αυτά τα πρόσωπα.»
-«Τελευταία σας είδα σε μία δεξίωση της Βουγιουκλάκη. Σας αρέσει η Βουγιουκλάκη;»
-«Πως δε μ’ αρέσει. Είναι χαριτωμένη.»
-«Ο τρόπος ζωής σας, το πώς ντύνεστε, οι δεξιώσεις σας, είναι κάτι που συζητιέται.»
-«Από ποιους συζητιέται;»
-«Από τον κόσμο…»
-«Γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν ανατροφή.»
-«Εν πάση περιπτώσει, ως πριν από μερικά χρόνια ήσασταν κάτι το απρόσιτο που δεν μπορούσε εύκολα να δει κανείς. Έχει κανένας άλλος τέτοια αίγλη;»
-«Τώρα είμαι πολύ προσιτός, έγινα κομουνιστής.»
-«Είναι φανερό ότι σας αρέσει η κοσμική ζωή.»
-«Κοσμική ζωή δεν υπάρχει στη Ελλάδα ούτε κατά φαντασία, κυρία μου. Αυτή που λέτε είναι κοσμική ζωή του σούπερ μάρκετ. Η πραγματική είναι αυτή που γίνεται στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη, και βέβαια μ’ αρέσει, τρελαίνομαι! Υπάρχει πιο ωραίο πράγμα από ένα καλό πάρτι; Είναι γεγονός! Εδώ δεν ξέρω γιατί πηγαίνω –κι αν δεν πάω το ίδιο μου κάνει.»
-«Ξέρετε, μερικοί σας χαρακτηρίζουν «σκοτεινό πρόσωπο» και διάφορα άλλα παρόμοια. Ποια είναι η ηθική σας κύριε Ιόλα;»
-«Α, η ηθική μου. Βεβαίως, θα έχω και μια ηθική, δεν μπορεί να μην έχω. Και μια ανηθικότητα επίσης.»
-«Ποια είναι η ηθική σας λοιπόν;»
-«Δεν την ξέρω γιατί δεν της δίνω πολύ μεγάλη σημασία…»
-«Η ανηθικότητά σας όμως;»
-«Επίσης δεν της δίνω μεγάλη σημασία. Την ξεχνάω ίσως.»
-«Πείτε μερικά πράγματα στα οποία πιστεύετε.»
-«Η φιλία, η καλοσύνη, μ’ αρέσουν οι άνθρωποι οι ευαίσθητοι, οι έξυπνοι, οι σικ. Προσπαθώ να μην βλέπω τα ελαττώματα των ανθρώπων, γιατί αν κάνεις κάτι τέτοιο, δηλητηριάζεσαι εσύ. Κατά βάθος μου έχει γίνει ένα Ευαγγέλιο αυτό.»
-«Επομένως, να μην σας ρωτήσω για τα ελαττώματά σας…»
-«Τα ελαττώματά μου προτιμώ να τα βλέπω σαν προτερήματα.»
-«Μπορούμε να πούμε ότι ήσασταν τυχερός στη ζωή σας; Πιστεύετε στην τύχη;»
-«Αν υπάρχει αυτή η λέξη, είμαι ο πιο τυχερός άνθρωπος του κόσμου.»
-«Σας αρέσει κατά βάθος να σας συζητάνε;»
-«Όχι δε με ενδιαφέρει καθόλου.»
-«Νομίζω ότι σας αρέσει να πειράζετε λίγο και να προκαλείτε.»
-«Ίσως να λέω πράγματα ιδιότροπα για να διασκεδάζω…»
-«Για να ξαφνιάζετε;»
-«Όχι. Αυτό το κάνουν οι θεατρίνοι.»
-«Έχετε κάτι το θεατρικό πάνω σας.»
-«Πολύς καλής ποιότητας όμως. Το θέατρο είναι αριστούργημα. Θα ήθελα να ήμουν ένας μεγάλος ηθοποιός, αλλά δεν έχω φωνή.»
-«Αν σας λέγανε ότι ο χρόνος μπορεί να γυρίσει πίσω, τι θα αλλάζατε στη ζωή σας;»
-«Να αλλάξω; Η Ελλάδα έχει ανάγκη από αλλαγή, εγώ δεν έχω ανάγκη από τίποτα.»

Έξω από την αυλή περνάνε με φόρα τα αυτοκίνητα. Το πάρκο είναι δροσερό μέσα στο καλοκαίρι και τα αγάλματα μακρινά, σιωπηλά, καθώς με συνοδεύει ως την καγκελόπορτα. Είναι ανοιχτή τις περισσότερες ώρες τις ημέρας, αφήνει να περνούν γνωστοί και άγνωστοι, περίεργοι και φίλοι, καλλιτέχνες και αδέσποτα, άρρωστα σκυλιά, που ο Ιόλας τα περιμαζεύει, τα ταΐζει και προσπαθεί να τα γιατρέψει.»

Πηγή

Περιοδικό "ΓΥΝΑΙΚΑ", Αρχείο Άρη Τερζόπουλου