08 Νοεμβρίου 2018

Βασιλική Κατσίφα | Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου...

Κωνσταντίνος Κατσίφας | Βασιλική Κατσίφα | σημαία | θρήνος
Πως να πεις σε μια μάνα να δεχτεί ένα τέτοιο γεγονός και να σηκώσει αυτόν το σταυρό....-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Πως να πεις σε μια μάνα να δεχτεί ένα τέτοιο γεγονός και να σηκώσει αυτόν το σταυρό....-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Πέρασαν κιόλας δέκα ημέρες από τότε που έπεσε νεκρός από αλβανικά αστυνομικά πυρά ο 35χρονος Έλληνας Κωνσταντίνος Κατσίφας στους Βουλιαράτες της Β.Ηπείρου. Η σορός του καλυμμένη με την ελληνική σημαία   μεταφέρθηκε χθες στο πατρικό του σπίτι ,όπου και θα παραμείνει μέχρι και την κηδεία του, μετά από μέρες ταλαιπωρίες και ασέβειας από τις αλβανικές Αρχές.

Ένα βίαιο "φευγιό" που σκόρπισε ανείπωτο πόνο στην οικογένειά του, στο φιλικό του περιβάλλον, αλλά και θλίψη σε όλους εμάς, τους απλούς "θεατές" αυτής της σύγχρονης τραγωδίας... 

Ένα παλικάρι έφυγε στο ξεκίνημα της ζωής του. Πριν ακόμη προλάβει να ζήσει... Το φευγιό του είναι αδύνατο να το εκλογικεύσει κανείς στο μυαλό και την καρδιά των γονιών του.

Ο 35χρονος Κωνσταντίνος, έπεσε νεκρός από τα πυρά της αλβανικής αστυνομίας στις 28 Οκτωβρίου 2018, όταν ύψωσε την ελληνική σημαία. 

Ο πόνος της μάνας είναι αβάσταχτος. Πώς να αντέξει μπροστά στο τυλιγμένο με τη γαλανόλευκη φέρετρο του παιδιού της; Πως να πεις σε μια μάνα να δεχτεί ένα τέτοιο γεγονός και να σηκώσει αυτόν το σταυρό...Βουβή, βυθισμένη στις σκέψεις και στην απέραντη θλίψη της, στέκεται εκεί για να αποχαιρετήσει το παιδί της. 

Αν και δικαιωμένη που πήρε την σορό του γιου της εκφράζει το παράπονό της ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, δεν τους βοήθησε. Όπως είπε, περιμένει ακόμα, ένα τηλεφώνημα από τον πρωθυπουργό.

«Γιατί το παιδί μου να κάτσει δέκα ημέρας;», διερωτήθηκε, αναφερόμενη στην άρνηση της Αλβανίας να παραδώσει τόσες ημέρες την σορό του Κωνσταντίνου Κατσίφα. «Ο κ. Τσίπρας δεν έκανε τίποτα. Δεν μας βοήθησε πουθενά, καθόλου. Δεν βρήκε να πει δυο λόγια ανθρώπινα», λέει με παράπονο. Τον ψηφίσαμε και τι έκανε; Αυτόν ψηφίσαμε. Του έλεγα Αλέξη μου, λεβέντη μου, είσαι στο πλευρό μας. Tώρα δεν βρήκε να πει δυο λόγια», ανέφερε , η μητέρα του Κωνσταντίνου Κατσίφα. «Διαλύθηκα, κουράστηκα», είπε χαρακτηριστικά.

Η κυρία Βασιλική Κατσίφα ευχαρίστησε τους Έλληνες για τη συμπαράσταση και τους εύχεται «να έχουν όλοι την παναγία κοντά τους να τους βοηθάει. Να έχουν τη δύναμη να μπορούν να μιλάνε, να μιλάνε σωστά γα το δίκιο του κόσμου. Αυτό θέλω σαν μάνα».

Είναι ίσως όλα αυτά που έφεραν στο μυαλό μου σαν κατάληξη γι αυτό το άρθρο, ένα από τα πιο συγκλονιστικά ποιήματα που έχουν γραφτεί ποτέ για τέτοιου είδους τραγωδίες. 

Κάποιοι μπορεί να πουν ότι η δολοφονία του Κωνσταντίνου δεν έχει καμία σχέση με τους λόγους που σκοτώθηκε τότε το άλλο παλικάρι, από το χαμό του οποίου εμπνεύστηκε ο Γιάννης Ρίτσος.... Για εμένα δεν έχει σημασία γιατί το αποτέλεσμα είναι το ίδιο... Μια τραγική μάνα πενθεί πάνω από το άψυχο κορμί του παιδιού της...

Ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου... Ένα από τα πιο γνωστά του ποιήματα  του.

Δημοσιεύθηκε στις 8 Ιουνίου του 1936, από το εκδοτικό της εφημερίδας Ριζοσπάστης.  Ήδη από τον προηγούμενο μήνα είχαν εκδοθεί από την ίδια εφημερίδα, τα πρώτα 3 άσματα, από τα 20 συνολικά. Ο τίτλος τους: Μοιρολόι, στις 12 Μάη του 1936. Τα 10.000 χιλιάδες αντίτυπα που κυκλοφόρησαν, από το εκδοτικό της εφημερίδας είχαν σχεδόν εξαντληθεί. Kι αυτός ήταν χωρίς αμφιβολία  αριθμός ρεκόρ, για την εποχή.

Ποιά ιστορία ομως κρύβεται πίσω από τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου;

Το 1936, γίνεται σταδιακά στη Θεσσαλονίκη μαζική απεργία.  Μια από τις διάσπαρτες συγκεντρώσεις των απεργών ήταν στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου. Τότε, αιφνιδιαστικά, αστυνομικοί, αρχίζουν να πυροβολούν προς τη συγκέντρωση. Ο απολογισμός τραγικός...12 νεκροί και πολλοί τραυματίες. Οι απεργοί αντιδρούν και αυτό που επακολουθεί είναι απερίγραπτο.Την επόμενη μέρα η εφημερίδα Ριζοσπάστης, αφιερώνει το εξώφυλλο του για αυτά τα γεγονότα. Η φωτογραφία στο  εξώφυλλο  τραγική..

Μια μάνα που έχασε το γιο της,  θρηνεί πάνω στον άψυχο σώμα του που βρίσκεται στην άσφαλτο. Εχει χτυπηθεί από πυρά χωροφυλάκων στη Θεσσαλονίκη.

Ο Γιάννης Ρίτσος, βλέποντας την επόμενη μέρα τη φωτογραφία στο Ριζοσπάστη, συγκλονισμένος εμπνέεται από εκείνη την τραγική εικόνα, κλείνεται στη σοφίτα του, στην οδό Μεθώνης 30 και και γράφει τον Επιτάφιο. Όπως ο ίδιος λέει, «είχε κλειστεί στη σοφίτα του δύο μερόνυχτα και έγραφε, χωρίς να φάει και να κοιμηθεί, την τρίτη μέρα, δεν άντεξε, άρχισε να σβήνει...»

Ο ίδιος ο ποιητής νιώθει την ανάγκη να προλογίσει το ποίημά του. Ενημερώνει το αναγνωστικό κοινό τόσο για την πηγή έμπνευσής τους αλλά και τι θα ακολουθήσει:

Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου, μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της, βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπεργῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της.

Ο Επιτάφιος γίνεται σύμβολο... Αποφασίζει να στείλει ένα αντίτυπο στον Μίκη Θεοδωράκη που τότε βρισκόταν στο Παρίσι. Στην αφιέρωση αναφέρει  "το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά το 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός".  

Ο Μίκης Θεοδωράκης το μελοποιεί και το 1960 μπαίνει στο στούντιο, στην Αθήνα.

Μαζί με τις κορυφαίες προσωπικότητες, το Γιάννη Ρίτσο και το Μίκη Θεοδωράκη, στέκεται και ο Μάνος Χατζιδάκις... Ενορχηστρώνει, διευθύνει την ορχήστρα, επιλέγει τη Νάνα Μούσχουρη να το ερμηνεύσει...

«Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ` το τσίνορό μου,
τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;
Πουλί μου, εσύ που μου φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;
Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ΄ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιέ μου μπήγω