19 Νοεμβρίου 2020

Ίντιρα Γκάντι | Η συγχώρεση είναι η αρετή των γενναίων

`Σιδηρά Κυρία` της Ινδίας, μια `ιδεαλίστρια χωρίς αυταπάτες`, όπως την αποκάλεσαν, που κατάφερε να διατηρήσει την ενότητα της χώρας της, γεννήθηκε στις 19/11/1917.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
`Σιδηρά Κυρία` της Ινδίας, μια `ιδεαλίστρια χωρίς αυταπάτες`, όπως την αποκάλεσαν, που κατάφερε να διατηρήσει την ενότητα της χώρας της, γεννήθηκε στις 19/11/1917.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Η γυναίκα με την κάτασπρη τούφα στα κατάμαυρα της μαλλιά, κατέκτησε, δικαίως, τον τίτλο μητέρα της Ινδίας” και δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την Indira Gandhi.

Έχουν πει τόσες ηλιθιότητες για εμάς τις γυναίκες όσες και για τις ιερές μας αγελάδες” έλεγε όταν τη ρωτούσαν πώς κατάφερε να αναρριχηθεί στην εξουσία, σε μια χώρα στην οποία οι γυναίκες οδηγούνται στην πυρά για την προίκα και οι χήρες αποτεφρώνονται μαζί με τη σορό του συζύγου τους. 

Η Gandhi στράτευσε τη ζωή της στην υπόθεση της ανεξαρτησίας της πατρίδα της από τη βρετανική αποικιοκρατία. Το επώνυμο “Γκάντι” είναι από τον σύζυγό της και δεν έχει καμία σχέση με τον Mahatma Gandhi.Τεσσάρων χρόνων κάνει την πρώτη της πολιτική πράξη. Στη διάρκεια του μεγάλου μπουκοτάζ των ευρωπαικών προιόντων, ρίχνει στην πυρά την αγαπημένη της κούκλα από την Αγγλία.

Στα δώδεκά της χρόνια ιδρύει ένα δίκτυο παιδιών που προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες στους αγωνιστές της ανεξαρτησίας. Σπουδάζει στη Γενεύη και στην Οξφόρδη... Αναμειγνύεται με την πολιτική από τα φοιτητικά της χρόνια. Αντιμετωπίζει διώξεις και φυλακίζεται από τους Άγγλους για 13 μήνες... Το 1942 παντρεύεται το συμπατριώτη της Feroze Gandhi, με τον οποίο διατηρούσε σχέση όσο σπούδαζαν στην Αγγλία. Η Indira παραβλέπει τις αντιρρήσεις του πατέρα της γι’αυτό το γάμο, κρατά το επώνυμο του συζύγου της και αποκτά μαζί του δύο γιους. Το 1960, καταφέρνει να φτάσει στην προεδρία του Κόμματος του Κογκρέσου. Είναι και η χρονιά που χάνει το σύζυγό της και αφοσιώνεται απόλυτα στον πατέρα της. Γίνεται σύμβουλός του και τον συνοδεύει σε όλα του τα ταξίδια. Με αυτόν τον τρόπο αποκτά σημαντική πολιτική και διπλωματική εμπειρία. Μετά το θάνατο του πατέρα της, το 1964, και τον αιφνίδιο χαμό του αντικαταστάτη του Μπαχαντούρ Σάστρι,το Κόμμα του Κογκρέσου στηρίζει την υποψηφιότητά της, πιστεύοντας ότι στο πρόσωπό της θα βρει μια βουβή συνομιλήτρια έτοιμη να υποταχτεί στις εντολές του. Με τη νίκη της, στις 19 Ιανουαρίου του 1966, η Ίντιρα Γκάντι γίνεται η πρώτη γυναίκα στον κόσμο που παραλαμβάνει από τον πατέρα της τη σκυτάλη της διακυβέρνησης μιας δημοκρατικής χώρας και η δεύτερη - μετά τη Σιριμάουο Μπανταρανάικε της Κευλάνης- γυναίκα αρχηγός κράτους, τον 20ο αιώνα. “Θέτω τον εαυτό μου στην υπηρεσία του κόμματος και του έθνους. Τα προβλήματα είναι τεράστια, η μεγάλη αυτή χώρα κρύβει, όμως ανεξάντλητες δυνάμεις. Έχω εμπιστοσύνη στον ινδικό λαό, που έμεινε ενωμένος παρά τις αλλεπάλληλες κρίσεις.” λέει μετά την ορκωμοσία της.  Στα 49 της χρόνια είναι πρωθυπουργός μιας χώρας που μαστίζεται από πολύ έντονα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα. 


Ιδιαίτερα σεξιστικό είναι το εξώφυλλο του περιοδικού TIME, μόλις εκλέγεται στο υψηλότερο αξίωμα της Ινδίας: “Η ταραγμένη Ινδία στα χέρια μιας Γυναίκας.” Η Ίντιρα, όμως, απέδειξε πως δεν ήταν απλώς η κόρη του μπαμπά, αλλά μια εξαιρετικά ικανή πολιτικός με οξυμένα πολιτικά κριτήρια, κύρος και αποφασιστικότητα.

Στην Ινδία καταξιωνόταν ως η γυναίκα που ήθελε να μετατρέψει την πατρίδα της στην πιο μεγάλη δημοκρατία του κόσμου. Στη διεθνή σκηνή, πρόβαλλε ως μια πολιτικός που οραματιζόταν μέσα από το Κίνημα των Αδεσμεύτων, ένα διαφορετικό συσχετισμό δυνάμεων -πέρα και έξω από τα δύο ιστορικά στρατόπεδα, το κομμουνιστικό και το καπιταλιστικό- ικανό να οδηγήσει τις αναπτυσσόμενες χώρες στην ελευθερία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την ευημερία. 

Η νέα πρωθυπουργός αναλαμβάνει καθήκοντα σε περίοδο οξύτατης κρίσης. Η ξηρασία της προηγούμενης χρονιάς είχε ως αποτέλεσμα τη δραματική έλλειψη σιτηρών. Με το λιμό προ των πυλών, η Ίντιρα Γκάντι αρχίζει τον Μάρτιο του 1966 περιοδεία στο εξωτερικό, συναντώντας τους ηγέτες όλων των μεγάλων δυνάμεων.

Καθ` οδόν προς την Ουάσινγκτον κάνει μία στάση στο Παρίσι, όπου συναντά τον στις 25 Μαρτίου το στρατηγό Charles De Gaulle. Στην αμερικανική πρωτεύουσα έχει επαφές με οικονομικούς κύκλους και αποσπά την υπόσχεση του Αμερικανού προέδρου για αύξηση των εξαγωγών αμερικανικών σιτηρών προς την Ινδία με ευνοϊκούς όρους, καθώς και τη μεσολάβησή του για διεθνή βοήθεια. Συνεχίζει το παιχνίδι ισορροπιών του πατέρα της ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση.

Στις 8 Ιουλίου του 1966 συναντά με τον πρόεδρο Naser στο Κάιρο και στις 12 Ιουλίου φτάνει στη Μόσχα, όπου την υποδέχονται θερμά. Στην κοινή διακήρυξη υπογραμμίζεται η σημασία που αποδίδουν οι δύο χώρες στην πολιτική των Αδεσμεύτων, ο επιζήμιος ρόλος των ξένων βάσεων, η προσήλωση των δύο χωρών στον αφοπλισμό και η υποστήριξή τους προς όλους όσοι μάχονται κατά της αποικιοκρατίας και,κυρίως, οι άριστες οικονομικές τους σχέσεις. Ωστόσο, η Ινδία της Indira Gandhi απέχει πολύ από την Ινδία της μη βίας του Mahatma Gandhi και την Ινδία της συμφιλίωσης του Νεχρού.

Το 1971 ξεκινά ένα νικηφόρο πόλεμο κατά του Πακιστάν και εγκαινιάζει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα καταπολέμησης της φτώχειας. Τον επόμενο χρόνο επανεκλέγεται πανηγυρικά. Αλλά τελικά η φτώχεια, αποδεικνύεται ισχυρότερη των προθέσεών της. Η Gandhi, παρά τη στράτευσή της στη δημοκρατία, δεν καταφέρνει να την υπηρετήσει χωρίς αντιδημοκρατικές μεθόδους, αυταρχισμό και βία.

Το 1975, με τη “βοήθεια” και των άσπονδων φίλων της του Κόμματος του Κογκρέσου, κατηγορείται για απάτη και νοθεία στις εκλογές και γίνεται η απόπεμψή της. Απαντά κηρύσσοντας κατάσταση έκτακτης ανάγκης, καταλύοντας τις συνταγματικές ελευθερίες, επιβάλλοντας λογοκρισία και φυλακίζοντας 20.000 αντιπάλους της.

 Κατατροπώνεται στις εκλογές του 1977, αλλά επιστρέφει πανηγυρικά στην εξουσία το 1980. Με την ψήφο τους, οι Ινδοί, δείχνουν παρά τις αυταρχικές μεθόδους που ακολουθεί, ότι η Ίντιρα Γκάντι εξακολουθεί να είναι η “μητέρα της Ινδίας”, η οποία παραπαίει ανάμεσα στη φτώχεια και στις αποσχιστικές τάσεις που αποκτούσαν επικίνδυνες διαστάσεις. Στη συνείδησή τους φαντάζει ως η μόνη η οποία θα μπορούσε να αποτρέψει ένα χειρότερο μέλλον.

Τον Ιούνιο το 1984, όταν αυτονομιστές σιχ καταλαμβάνουν τον Ιερό Χρυσό Ναό στο Αμριτσάρ, διατάζει την παρέμβαση του στρατού, που καταλήγει στη σφαγή περισσότερων από 450 ανθρώπων. Τότε είναι που υπογράφει τη θανατική της ποινή. Λίγο καιρό αργότερα πέφτει νεκρή στον κήπο της από τις σφαίρες δύο σιχ, μελών της προσωπικής της φρουράς.

Είναι η πρώτη και μέχρι στιγμής η μόνη γυναίκα πρωθυπουργός της Ινδίας. Το 1999 ψηφίζεται σε δημοσκόπηση του BBC ως η σημαντικότερη γυναίκα της τελευταίας χιλιετηρίδας ανάμεσα σε άλλες σπουδαίες γυναικείες προσωπικότητες, όπως η βασίλισσα Ελισάβετ Α’ της Αγγλίας, η Μαρία Κιουρί και η Μητέρα Τερέζα.

Λέγεται πως κάποτε είπε: “Όπου υπάρχει αγάπη, υπάρχει ζωή.”Ωστόσο κάποιοι αναφέρουν πως πρόκειται για φράση του Μαχάτμα Γκάντι.

Η Ίντιρα ήταν μια γυναίκα γεμάτη θέληση για ζωή και ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο... Τα παραπάνω λόγια της ταιριάζουν πολύ...

Η“Σιδηρά Κυρία” της Ινδίας δήλωσε “Δεν με νοιάζει αν η ζωή μου χαθεί υπηρετώντας την πατρίδα. Αν πεθάνω, κάθε σταγόνα από το αίμα μου θα ενδυναμώσει το έθνος.” Απόδειξη ότι η Ίντιρα Γκάντι είχε έντονη συναίσθηση της ιστορική της ευθύνης...