06 Οκτωβρίου 2019

Κώστας Ταχτσής | Ποιος, πώς και γιατί τον σκότωσε;

Το χρονικό της άγριας δολοφονίας του διακεκριμένου Έλληνα λογοτέχνη & το αριστούργημά του, Το τρίτο στεφάνι. Γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου του 1927.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Το χρονικό της άγριας δολοφονίας του διακεκριμένου Έλληνα λογοτέχνη & το αριστούργημά του, Το τρίτο στεφάνι. Γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου του 1927.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Κώστας Ταχτσής... Ένας από τους πιο διακεκριμένους Έλληνες λογοτέχνες της λεγόμενης μεταπολεμικής γενιάς. Ήταν  27 Αυγούστου  του 1988, όταν η αδελφή του τον βρήκε δολοφονημένο στο σπίτι του στον Κολωνό. Η Αστυνομία δεν μπόρεσε ποτέ να διαλευκάνει το έγκλημα, ενώ σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση ο  θάνατος είχε επέλθει από στραγγαλισμό περί τα δύο εικοσιτετράωρα νωρίτερα. Η αδελφή του, Ελπίδα Αρτέμη, ανησύχησε για τον αδελφό της, καθώς για δύο μέρες δεν απαντούσε στις κλήσεις που του έκανε. Διαισθανόταν ότι κάτι κακό συνέβαινε... Μπαίνοντας στο σπίτι του στον Κολωνό, οι υποψίες της επιβεβαιώθηκαν με τον χειρότερο τρόπο. Ο  Κώστας Ταχτσής ήταν νεκρός... Τότε εκείνη, ειδοποίησε αμέσως την αστυνομία Ο συγγραφέας που έγραψε το θρυλικό «Τρίτο  στεφάνι», ήταν νεκρός.

Σύμφωνα με τους αστυνομικούς ρεπόρτερ της εποχής, ο Ταχτσής βρέθηκε νεκρός πάνω στο κρεβάτι του σε πλάγια θέση. Ήταν γυμνός, φορούσε ξανθιά γυναικεία περούκα, τα νύχια του ήταν βαμμένα κόκκινα, ενώ δίπλα στο κρεβάτι του ήταν πεταμένα γυναικεία ρούχα.

"Τον είδα κατά το σούρουπο να έρχεται με το αυτοκίνητό του, ήταν ντυμένος γυναίκα και φορούσε περούκα. Συνοδευόταν από έναν νεαρό. Μετά από ώρα, ο νεαρός έφυγε από το σπίτι. Ο συγγραφέας ξαναβγήκε, γύρισε  αργότερα με άλλον νεαρό, που έφυγε και εκείνος. Γύρω στις 3 τα ξημερώματα, ο Ταχτσής ήρθε πάλι με έναν νεαρό με μουστάκι."

Για τη δολοφονία κυκλοφόρησαν διάφορα σενάρια. Ο δημοσιογράφος και προσωπικός φίλος του, Κώστας Τσαρούχας,  προσπαθεί στο βιβλίο του "Η δολοφονία του συγγραφέα" ("Αλήθεια") να απαντήσει σε τρία ερωτήματα, που αναφέρονται στον υπότιτλο "Ποιος, πώς και γιατί σκότωσε τον Κώστα Ταχτσή".

Χωρίς να δίνει το όνομα του δολοφόνου του Κώστα Ταχτσή, ο Κώστας Τσαρούχας οδηγείται στο εξής συμπέρασμα: "Τον μεγάλο Ελληνα συγγραφέα, τον άνθρωπο με τα τόσα χαρίσματα και τις εξαιρετικά παρακινδυνευμένες επιλογές σ` έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, που είχε επιλέξει, τον σκότωσε ο τελευταίος πελάτης του, στο διαμέρισμα της οδού Τυρνάβου. Τον στραγγάλισε όταν διαπίστωσε πως στο κρεβάτι δεν βρισκόταν με μία γυναίκα, αλλά με άντρα."

Ο Κώστας Τσαρούχας περιγράφει τα σύνεργα μεταμόρφωσης που χρησιμοποιούσε ο Κώστας Ταχτσής για να αλιεύει πελάτες ως τραβεστί: "Είχε μια ειδική ζώνη στο χρώμα του σώματος, με την οποία έκρυβε τα γεννητικά του όργανα. Είχε κάνει πλήρη αφαίρεση των τριχών. Είχε προβεί σε ειδική εγχείρηση στήθους στο Μιλάνο. Με ειδική κολλητική ταινία τραβούσε προς τα πάνω το πρόσωπό του, προτού βάλει περούκα. Χρησιμοποιούσε μια δική του τεχνική στον έρωτα, που κατάφερνε να ξεγελάει τους πελάτες και να τους μένει η εντύπωση ότι έχουν πάει με γυναίκα."

"Πολλές φορές ζήτησε τη βοήθειά μου. Τον είχα συνοδεύσει καταματωμένο στο νοσοκομείο, όταν τον έδερνε ο "Αλόμας" και άλλοι τραβεστί, γιατί τους έκλεβε τη δουλειά. Του είχα πει: "Κώστα, πρόσεχε! Αν κάποιος αντιληφθεί ότι δεν έχει να κάνει με γυναίκα, αλλά με άντρα, θα σε σκοτώσει. Και αυτός αντιδρούσε, λέγοντάς μου: `Μη φοβάσαι, ανήσυχε ρεπόρτερ, κανείς δεν πρόκειται να το καταλάβει`." περιγράφει...
Η εκτίμηση του δημοσιογράφου για το τί συνέβη εκείνη τη νύχτα, μέσα από την έρευνα που πραγματοποίησε, είναι: "Εκείνο το βράδυ πήρε τρεις πελάτες, τους οποίους δεν πήγε στο ξενοδοχείο "Εστία", αλλά στο σπίτι του, της οδού Τυρνάβου στον Κολωνό. Ο Κώστας Ταχτσής ήταν τύφλα στο μεθύσι. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι το αίμα και τα ούρα παρουσίαζαν υψηλή συγκέντρωση οινοπνεύματος, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί άθυρμα στις διαθέσεις του πελάτη του. Κάποια στιγμή, που ο νεαρός αντιλήφθηκε ότι έχει μπροστά του έναν άντρα, τον έπνιξε."

Το μοναδικό μυθιστόρημά του "Το τρίτο στεφάνι", που εκδόθηκε το 1962, σφράγισε την ελληνική λογοτεχνία.

"Λάτρευα το μυαλό του, τη σκέψη του και το γράψιμό του. Θεωρώ ότι το "Τρίτο στεφάνι" είναι το μεγαλύτερο δημιούργημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας." είναι τα λόγια του καλού του φίλου, Κώστα Τσαρούχα.

Ο Ταχτσής έγραψε το μυθιστόρημα, στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960,  κατά την περιπλάνησή του εκτός Ελλάδας. Το πρότεινε σε τρεις εκδοτικούς οίκους. Και οι τρεις το απέρριψαν. Εκδόθηκε τελικά το 1962 με έξοδα του συγγραφέα, χωρίς όμως να γνωρίσει  καμιά επιτυχία. Επανεκδόθηκε το 1970 από τις εκδόσεις Ερμής στην Αθήνα, γνώρισε σημαντική εμπορική επιτυχία. Τότε, καθιερώθηκε ο Κώστας Ταχτσής  ως ένας από τους σπουδαιότερους πεζογράφους της γενιάς του.

Πρωταγωνίστριες και αφηγήτριες της ιστορίας είναι δύο γυναίκες, η Νίνα και η φίλη της Εκάβη, οι οποίες περιγράφουν με πιστότητα το κλίμα της εποχής μέσα από τις προσωπικές τους ιστορίες. Η Νίνα πραγματοποιεί τρεις γάμους — εξ ου και ο τίτλος "Το τρίτο στεφάνι".

Το έργο διαθέτει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Μάλιτσα, ο ίδιος ο συγγραφέας είχε αποκαλύψει ότι ο χαρακτήρας της Εκάβης Λόγγου είναι απόλυτα βασισμένος στη γιαγιά του, η οποία τον μεγάλωσε. Τη σεζόν 1995-1996, το αριστούργημά του,  μεταφέρθηκε με πιστότητα στην τηλεόραση από το κανάλι ΑΝΤ1.

Ακολουθεί απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο του έργου...

Κεφάλαιο 1

 

Δε μπορώ, όχι, δε μπορώ να την υποφέρω πια!… Τι πληγή είν΄ αυτή που μούστειλες θε μου; Τι αμαρτίες έχω κάνει για να με τιμωρείς τόσο σκληρά; Ως πότε θα την έχω στην καμπούρα μου; Ως πότε θάμαι υποχρεωμένη να την ανέχομαι να βλέπω τη μούρη της, ν΄ ακούω τη φωνή της, ως πότε; Δε θα βρεθεί επιτέλους κανένας στραβός χριστιανός να την πάρει, ν΄ απαλλαγώ απ΄ αυτό το έκτρωμα της φύσεως που μ΄ άφησε ο πατέρας της για να μ΄ εκδικηθεί – που χαΐρι και προκοπή να μη δουν εκείνοι που δε μ΄ άφησαν να κάνω την έκτρωση!…

 Μα γιατί τους βλαστημάω; Δε ζούνε πια. Ούτε φταίν΄ εκείνοι. Φταίω εγώ που τους άκουσα. Σε τέτοια ζητήματα πρέπει ν΄ ακούει κανείς μόνο τον εαυτό του, κανέναν άλλον!… Όσο ήταν μικρή, παρηγοριόμουνα με την σκέψη πως, μεγαλώνοντας θ΄ άλλαζε. «Θ’  αλλάξει!» έλεγα. «Θα στρώσει. Στο κάτω της γραφής, αργά ή γρήγορα, μια μέρα θα παντρευτεί. Θα τη φορτωθεί άλλος στην καμπούρα του». Μα δε βαριέσαι! Άδικα ήλπιζα. Όπως πάν’  τα πράματα, μου φαίνεται πως θα μείνει γεροντοκόρη. Και πώς να μη μείνει γεροντοκόρη τέτοια που είναι; Αχ, ας όψεται εκείνο το τέρας, η Ερασμία, που την κατέστρεψε με τις κατηχήσεις της. Ποιος άντρας θα γυρίσει, σας παρακαλώ, να την κοιτάξει ερωτικά έτσι που ντύνεται, έτσι που φέρεται, έτσι που μιλάει; Ποιος σοβαρός άνθρωπος θα δεχτεί να την κάνει μητέρα των παιδιών του μ΄ αυτές τις γελοίες ιδέες που έχει, με τις νευρώσεις που έχει, με το έκζεμα που το ξύνει συνεχώς και δεν τ΄ αφήνει να κλείσει; Θα μείνει δυστυχώς στο ράφι, και δεν ξέρω η έρμη ποια απ΄ τις δυο μας να λυπηθώ περισσότερο : Τον εαυτό μου ή εκείνην; Γιατί, ό,τι κι αν λέω, κακά τα ψέματα. Μάνα της είμαι και την πονάω.

 Μα πονάω και τον εαυτό μου. Κάθε φορά που με συγχύζει, με τρελαίνει ο πόνος του έλκους. «Αφού σ΄ έκαν΄ ο θεός άσκημη», της λέω, «ντύσου τουλάχιστον λιγάκι πιο φανταχτερά, μπας και ξεγελάσεις κανέναν!» Μα δυστυχώς δε μούμοιασε ούτε σ΄ αυτό. Δε θέλω να πω πως είμ΄ όμορφη. Μα έχω αέρα. Ήξερα πάντα να ντύνομαι. Στην ηλικία της έπιανα πουλιά στον αέρα. Περνούσα και γύριζαν τα κεφάλια των ανδρών, όπως γυρίζουν τα ηλιοτρόπια στον ήλιο. Δεν ήμουνα σαν κι αυτό το σαμιαμίδι! Ήθελα νάξερα σε ποιον διάβολο έμοιασε. Σε μένα δεν έμοιασε, στη γιαγιά της δεν έμοιασε, στον παππού της καθόλου, στον πατέρα της ακόμα λιγότερο. Μπορεί νάταν παλιάνθρωπος, μπορεί νάταν αυτό που ήταν, αλλ΄ ήταν άνθρωπος του κόσμου. Ήταν όμορφος – πιο όμορφος απ΄ ό,τι έπρεπε…

 Όχι, δεν είμαι όμορφη! Μα ξέρω να ζήσω. Ποια γυναίκα στην ηλικία μου θα βαστιόταν τόσο καλά, όσο βαστιέμαι εγώ; Όλες μου οι φίλες κι όλες μου οι συμμαθήτριες απ΄ τ΄ Αρσάκειο έχουν γεράσει. Τις βλέπω στο δρόμο και τρομάζω. Είναι κιόλας γιαγιάδες!… Όχι επειδή έχουν εγγόνια – η Ιουλία δεν έχει εγγόνια – αλλ΄ επειδή παραμέλησαν τον εαυτό τους. Αφέθηκαν και γέρασαν. Το σώμα δε γερνάει, αν δε γεράσει πρώτα η καρδιά. «Ας κάνουν οι κόρες μου λούσα!» σου λέει. «Ας πάνε τα παιδιά μου στους χορούς και στις διασκεδάσεις! Εγώ τάφαγα πια τα ψωμιά μου!» Μα το λένε, γιατί έχουν παιδιά που αξίζουν κάθε θυσία. Δεν έχουν τη Μαρία! Δεν ξέρουν τι θα πει νάχεις κόρη τη Μαρία, και γι΄ αυτό δεν τις αδικώ που με μέμφονται ότι ξαναπαντρεύτηκα, αντί να κοιτάξω να την παντρέψω. Δεν ξέρουν ότι την εποχή που απεφάσισα να κάνω το σάλτο να πάρω το Θόδωρο, ζύγισα όλα τα υπέρ και τα κατά. Η Μαρία, είπα με το νου μου, είναι σαν το ναυαγό που πνίγεται… Αν κάνω πως πάω κοντά της να τη σώσω, θα με παρασύρει και μένα στον πάτο. Ας σωθώ εγώ τουλάχιστον, για να της δώσω καιρό να μεγαλώσει λιγάκι, να ωριμάσει κάπως. «Πάντρεψέ την» μούλεγαν όλες, «και να δεις πως θα γίνει αγνώριστη». Να την παντρέψω εγώ; Ανημποριά έχει να βρει μόνη της γαμπρό; Εμένα στην ηλικία της με φλερτάριζαν δέκα άντρες συγχρόνως. Όπου πήγαινα κρεμόντουσαν απ΄ τη φούστα μου. Σ΄ όποιον νάλεγα «σε παίρνω», θάτρεχε με τα τέσσερα!.. Πώς έκανα –θα μού πείτε– τη στραβωμάρα να πάω να πέσω απάνω στο Φώτη, αυτό είν΄ άλλη ιστορία. Προτιμώ να μην το θυμάμαι, γιατί συγχύζομαι περισσότερο. Ίσως –λέω καμιά φορά με το νου μου– νάταν γραφτό απ΄ το θεό να τον πάρω για να τραβήξω όσα τράβηξα. Γραφτό να γεννήσω αυτή τη Μέδουσα!… Άλλες πάλι φορές σκέπτομαι πως δε φταίει ούτ΄ ο θεός, ούτ΄ η μοίρα. Εγώ φταίω, κανείς άλλος! Ήμουνα πεισματάρα και πάτησα πόδι. Είπα «θα τον πάρω» και τον πήρα. Από ένα πεισμα. Ακριβώς επειδή δεν τον ήθελε κανένας απ΄ τους δικούς μου. Ούτε κι αυτός ακόμα ο συχωρεμένος ο μπαμπάς, που ήταν πάντα τόσο επιφυλακτικός στις κρίσεις του. Δεν εννούσα να τους αφήσω ν΄ ανακατευτούν ακόμα μια φορά στις υποθέσεις μου και στη ζωή μου, όπως είχαν κάνει στο παρελθόν. Αρκετό κακό μούχαν κάνει με τις ανακατωσούρες τους στην περίπτωση του Αργύρη. Δεν ήμουνα πια δεκαοχτώ ετών, όπως άλλοτε. Ήμουνα εικοσιεφτά. Ήμουνα αυτεξούσια κι αποφασισμένη να κάνω του κεφαλιού μου, κι έβγαλα τα μάτια μου!…

 Αλλ’ αυτό είν΄ έτερον εκάτερον. Όλοι οι άνθρωποι σφάλλουν μια φορά στη ζωή τους. Είναι λόγος αυτός να πληρώνω αιωνίως εκείνο το ηλίθιο σφάλμα; Πόσα χρόνια θα ζήσω ακόμα; Δέκα; Είκοσι; Ποιος ξέρει! Μπορεί να βγω σήμερα έξω και να με πατήσει κανέν΄ αυτοκίνητο, απ΄ αυτά που τρέχουν σα διαβόλοι. Αλλ΄ ακόμα κι αν μου μένει μιας ώρας ζωή, εννοώ να ζήσω όπως θέλω εγώ! Η κυρα-Γαλάτεια δεν πρόκεται να κάνει άλλη Νίνα. Είναι βαθιά στο χώμα. Να ζήσω χωρίς τη γκρίνια της, να συγκεντρωθώ λιγάκι, να μπορέσω να σκεφτώ σοβαρότερα πράματα απ΄ το αιώνιο θέμα της Μαρίας – θε μου, δε θα μου το δώσεις ποτέ αυτό το καλό;…

 Είναι τώρα δυο-τρεις μέρες πούχει φαγωθεί με το Θόδωρο. Η λύσσα την πιάνει κατά περιόδους. Του κλείνει τις πόρτες στα μούτρα. Αρνείται να φάει στο τραπέζι μας. Κι όταν είμαστε μόνες μας, τον βρίζει πατόκορφα κι αυτόν και το σόι του, χωρίς να της έχει δόσει ο καημένος την παραμικρή αφορμή. Με ζηλεύει, που κακό χρόνο νάχει, τι άλλο να υποθέσει κανείς; «Αφού θέλεις άντρα», της λέω κι εγώ σήμερα, «πήγαινε στο πάρκο και βρες κανένα μαγκλαρά!… Το πάρκο δεν είναι μακριά. Δυο βήματα είναι. Πήγαινε και βρες κανένα ναύτη ή κανένα στρατιώτη να σου σβήσει τη φωτιά σου! Εγώ πρέπει να στον βρω; Στην ηλικία σου, όχι μόνο είχα κάνει εσένα, αλλά τοιμαζόμουνα να παντρευτώ και για δεύτερη φορά! Μπρος!» της λέω, «Ντύσου και βγες έξω, κι ορκίζομαι στα κόκαλα του πατέρα μου, του ανθρώπου που αγαπούσα περισσότερο από κάθε τι στον κόσμο, ότι όποιον και να φέρεις στο σπίτι, μα όποιος και νάναι και να τον φέρεις και να μου πεις ‘ο κύριος από δω είναι φίλος μου, είν’ αρραβωνιαστικός μου, είν΄ άντρας μου’, δε θα φέρω την παραμικρή αντίρρηση, δε θα εκφράσω την παραμικρή γνώμη! Και θα του κάνω και δέκα τεμενάδες. Δε θα τον παντρευτώ εγώ. Δε θα κοιμάμαι εγώ μαζί του. Εσύ θα κοιμάσαι μαζί του. Φτάνει, βεβαίως, να μη σε πιάσει κορόιδο –γιατί κάτι τέτοιες μυξοπαρθένες σαν και σένα πιάνονται συνήθως κορόιδα– και σου φάει την προίκα σου, και σε παρατήσει, κι έχω, όχι μόνο εσένα στην καμπούρα μου, μα και κανένα μπαστάρδικο! Ντύσου», της λέω, «και βγες έξω, να μη σε βλέπω στα μάτια μου! Κι αν δε θέλεις άντρα –γιατ΄ είσαι βεβαίως ανισόρροπη και δεν ξέρεις ούτ΄ εσύ τι ζητάς απ΄ τη ζωή σου– τότε πήγαινε και κλείσου σε μοναστήρι. Υπάρχουν μερικά ακόμα. Πήγαινε στην Κερατέα με την οσία Μαριάμ! Τράβα να καλογερέψεις σαν την Ερασμία, το μεγάλο σου πρότυπον! Σ΄ άφησε δηλαδή επίτηδες ο πατέρας σου πίσω με την εντολή να μου κάνεις τη ζωή μαύρη; Μπρος! Ντύσου! Κάνε επιτέλους ό,τι θέλεις. Αλλά πρόσεξε καλά. Σε προειδοποιώ για τελευταία φορά : μη μου ξανακάνεις σύγχυση σαν τη σημερινή, και μάλιστα μπροστά στο Θόδωρο, γιατί φόνισσα Κάστρω θα γίνω και θα σε κάνω κομματάκια! Και μην ξανατολμήσεις να βγάλεις τις φωτογραφίες του πατέρα μου και της κυρα-Εκάβης απ΄ τον τοίχο του σαλονιού! Ας είναι άσκημα τα κάδρα. Ας μην είναι πια της μόδας νάχει κανείς φωτογραφίες στον τοίχο. Όσο ζω εγώ, το σπίτι είναι δικό μου! Εγώ είμαι η οικοδέσποινα εδώ μέσα και θα κρεμάσω στους τοίχους ό,τι θέλω εγώ, τ΄ ακούς; Όταν παντρευτείς με το καλό και κάνεις δικό σου σπίτι, ή όταν ψοφήσω, όπως λες, και με κληρονομήσεις –κι όπως με συγχύζεις θα με κληρονομήσεις γρήγορα– να κρεμάσεις στους τοίχους σου κουδούνια!… Αλλ΄ όσο ζω εγώ κι έχω τα μάτια μου ανοιχτά, θέλω να βλέπω τις φωτογραφίες των ανθρώπων που μ΄ αγαπούσαν και που, δυστυχώς, πέθαναν και μ΄ άφησαν με σένα τη στρίγγλα, για να με φας ζωντανή!» της λέω και πήγα και κρέμασα τις φωτογραφίες του μπαμπά και της κυρα-Εκάβης στη θέση τους.

 Όταν τόδε, άφρισε. – «Μμ!» μου λέει. «Πρόσεξε μη σου προσβάλουν την πλύστρα την πεθερά σου». Και της λέω : – «Πλύστρα είσαι και φαίνεσαι!» Έτσι άρχισ΄ ο καβγάς μας σήμερα. «Πλύστρα είσαι και φαίνεσαι», της λέω, κι από κουβέντα σε κουβέντα, παρ΄ ολίγο νάρθουμε στα χέρια. Έγινα μπαρούτι, γιατί ξέρω ότι βρίζει την κυρα-Εκάβη επίτηδες, για να με πικάρει. Να την ακούσει, καταλαβαίνετε, ο Θόδωρος ότι λέει τη μάνα του πλύστρα, να την πιάσει απ΄ το τσουλούφι και να τη φέρει σβούρα. Και ποιος θα συγχυστεί; Ποιος άλλος από μένα κι από κείνον; Όχι, βεβαίως, η Μαρία. Τη Μαρία την τρέφει ο καβγάς, αδύνατο να ζήσει χωρίς καβγά.

 Μ΄ ακόμα κι ο Θόδωρος να μην ήταν, όσο ζω, εννοώ να βλέπω τη φωτογραφία της κυρα-Εκάβης στη θέση της. Όχι επειδή είναι πεθερά μου. Ποια νύφη αγαπάει την πεθερά της; Ένας θεός ξέρει, ότι αν ζούσ’ εκείνη δε θα δεχόμουνα επ΄ ουδενί λόγω να πάρω το Θόδωρο. Μπορεί νάταν η καλύτερη φιληνάδα στον κόσμο, μα για πεθερά δεν έκανε. Αυτό ήμουνα σε θέση να το ξέρω καλύερα από κάθε άλλον. Στην ψυχική κατάσταση που είχε περιέλθει τα τελευταία χρόνια, ήταν πια ανίκανη για οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση. Δεν ήταν η παλιά κυρα-Εκάβη με τ΄ αστεία της, την πίστη της στη ζωή και τους ανθρώπους –παρά την επιφανειακή απαισιοδοξία της– η κυρα-Εκάβη, στην οποία έλεγες τον πόνο σου και σούδινε συμβουλές, όπως μόνον εκείνη ήξερε να δίνει. Όχι! Αν ζούσε τον καιρό που γύρισε ο Θόδωρος απ΄ τη Μέση Ανατολή, δε θα μου περνούσε καν η ιδέα απ΄ το μυαλό να τον πάρω και να γίνω νύφη της. Θάταν αστείο. Ασύλληπτο. Μοιραία θα μαλώναμε. Αφήστε πια το πόσο θα γελούσε ο κόσμος εις βάρος μας. Ακόμα τώρα συναντάω καμιά φορά γνωστές μου της εποχής εκείνης πούχω χρόνια να δω και μου λένε : «Για φαντάσου, βρε Νίνα, το πίστευες ποτέ σου ότι μια μέρα θα γινόσουνα νύφη της;» Και το λένε μ΄ ειρωνεία, που, αν δεν αγνοούσα όπως αγνοώ, θάπρεπε να μαλώσω μ΄ όλο τον κόσμο. Στο κάτω της γραφής, σκέφτομαι, έχουν εν μέρει δίκιο. Είναι αστείο που ήρθαν τα πράματα όπως ήρθαν, μόνο που δεν είναι αστείο με τον τρόπο που το βλέπει ο κόσμος. Ποια απ΄ όλες αυτές τις σουσούδες ήξερε την κυρα-Εκάβη; Ποια ήξερε την καρδιά της; Καμιά φορά αμφιβάλλω αν την ήξερα ακόμα κι εγώ η ίδια κι ας είχαμε φάει μαζί ψωμί κι αλάτι…

 Μερικές την έβρισκαν διασκεδαστική. Μερικές την έβλεπαν με περιφρόνηση, όπως την έβλεπε η σνομπ η Ιουλία. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς την έκανα παρέα. Δε μου τόπε ποτέ καθαρά, αλλά μου τόλεγε μ΄ ένα σωρό περιφράσεις. «Εσύ, Νίνα μου, έχεις τόσο καλή καρδιά!» μούλεγε. «Ανοίγεις το σπίτι σου σ’ όποιον νάναι. Πάντα το λέω της Λιλίκας μου : η Νίνα έχει την καλύτερη καρδιά του κόσμου». Δε μπορούσε να καταλάβει πώς ήταν δυνατόν να προτιμάω την παρέα της κυρα-Εκάβης απ΄ τη δική της ή απ΄ της Καρούσου.

 Η Μάρθα την έβλεπε σαν παλιάτσο και μια φορά μου τόπε : «Εσύ είσαι σαν τους αυτοκράτορες», μου λέει, «που είχαν τους τζουτζέδες τους». Δε μπορούσε ούτ΄ αυτή να καταλάβει, κι ας έκανε τη διαβασμένη, τους λόγους, που έκαναν καμιά φορά την κυρα-Εκάβη να φέρεται και σαν παλιάτσος –από ταπεινοφροσύνη. Η κυρα-Εκάβη τρελαινόταν να δραματοποιεί τη ζωή της, μα όσο περισσότερο τη δραματοποιούσε, τόσο περισσότερα αστεία έκανε – πάντα εις βάρος του εαυτού της, ποτέ των άλλων.

 Όσο για τη θεία Κατίγκω με τη σεμνοτυφία της και τις γελοίες περί ηθικής αρχές της, ήταν φυσικό να τη βλέπει σαν την προσωποποίηση του διαβόλου επί της Γης. Κι από μια μεριά είχε δίκιο : η κυρα-Εκάβη ήταν και διάβολος. Αλλά συγχρόνως ήταν και θεός, μια αγία, και κανείς δεν είναι εις θέσιν να το ξέρει καλύτερα από μένα, που παρακολούθησα την ιστορία της ως το τέλος, που κατάλαβα την καρδιά της, όπως δεν την κατάλαβαν ούτε τα παιδιά της!…

 Τα παιδιά της, πφ! Έχοντας την κόρη που έχω, είμαι σε θέση να ξέρω, ότι απ΄ όλα τα πλάσματα του θεού δεν υπάρχει ίσως κανένα σ΄ αυτό τον κόσμο, που να μας καταλαβαίνει λιγότερο από κείνα που βγήκαν μέσ΄ απ΄ την κοιλιά μας. Κι αν όλ΄ αυτά δεν είν΄ αρκετά, για να θέλω να βλέπω τη φωτογραφία της, τότε ας πούμε ότι το κάνω γιατί περάσαμε αξέχαστες μέρες μαζί. Γιατί της άνοιξα την καρδιά μου, όπως δεν τόχα κάνει ούτε στη μάνα μου. Γιατί, έχοντας πικράν πείρα απ΄ τη δική της την κόρη κι απ΄ όλα της τα παιδιά (γιατί κι η Πολυξένη δεν της φέρθηκε στο τέλος καλύτερα απ΄ την Ελένη), ήταν η μόνη απ΄ τους συγγενείς και τους φίλους μου, που με συμπονούσε απ΄ τα βάθη της καρδιάς της. Η μόνη που συμμεριζόταν και καταλάβαινε τον καημό μου και την πικρία πούνιωθα για την κακιά τύχη που είχα – να κάνω παιδί-τέρας!…-