05 Αυγούστου 2018

Οδυσσέας Ελύτης | Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε...

Οδυσσέας Ελύτης | Τα δημόσια και τα ιδιωτικά
Tα δημόσια και τα ιδιωτικά, είναι ένα εκπληκτικό πεζό του σπουδαίου Έλληνα ποιητή.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Tα δημόσια και τα ιδιωτικά, είναι ένα εκπληκτικό πεζό του σπουδαίου Έλληνα ποιητή.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

* Aπαγορεύεται αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρος αυτού, από άλλο site / blog.


* Aπαγορεύεται αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρος αυτού, από άλλο site / blog.

Λένε πως κάθε έργο του είναι μια υπόσχεση προς την ανθρωπότητα.  

Στο άκουσμα του ονόματός του, μόνο συγκίνηση και δέος νομίζω ότι μπορεί να νιώσει κανείς... Λατρεύω να διαβάζω τα λόγια του, ξανά και ξανά. Το μαγικό είναι πως όσες φορές και να τα μελετήσω, κάθε φορά ανακαλύπτω κάτι νέο. "Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε..." έλεγε...Μια φράση που μου δίνει κουράγιο σε διάφορες απαιτητικές περιόδους της ζωής μου. "Υπερηφάνεια". Μια λέξη με μέγιστη σημασία και αξία που πρέπει να δεσπόζει μέσα μας. Από τις πρώτες που επιθυμώ να διδάξω στα παιδιά μου...

Άραγε, στην εποχή μας που οι αξίες και τα ιδανικά έχουν δυστυχώς, ισοπεδωθεί, πόσοι είναι εκείνοι που νιώθουν υπερήφανοι για τις πράξεις τους; Πόσοι κοιτάζονται στον καθρέφτη και δεν ντρέπονται για τον εαυτό τους; Πόσοι κοιμούνται ήρεμοι το βράδυ δίχως να τους κυνηγούν οι τύψεις και οι ενοχές;

Ο Οδυσσέας Ελύτης είναι  ένας από τους σημαντικότερους ποιητές μας-ο δεύτερος και τελευταίος-μέχρι σήμερα Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ, από τα επίλεκτα μέλη της “γενιάς του `30”, στον χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας.`Ενας χαρισματικός άνθρωπος που κατάφερε να διαμορφώσει ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και που θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης, έχουν χυθεί τόνοι μελάνης.Δεν είναι τυχαίο ότι πολλά από τα ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί, ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλαμβάνει ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων.

Ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενη σημειώνοντας: «Από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ` την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος». Το προσωπικό του ποιητικό όραμα, θα λέγαμε πως είναι συνδεδεμένο με το λυρικό στοιχείο και την ελληνική λαϊκή παράδοση.

Το βιβλίο του "Τα δημόσια και τα ιδιωτικά" είναι ένα εκπληκτικό πεζό του σπουδαίου ποιητή μας. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία έργα του.  Κυκλοφόρησε στις 6 Ιουνίου του 1990. Ο Οδυσσέας Ελύτης, σε ένα όμορφο νησί του Αιγαίου, στοχάζεται την ομορφιά της ελληνικής Φύσης, το πώς εκείνη έχει βαθειά επηρεάσει τους απλούς ανθρώπους του λαού, το ήθος τους, τον ελληνικό πολιτσμό από τα χρόνια των Μινωιτών έως και τη σημερινή εποχή.

Τα πιο γνωστά σημεία από το συγκεκριμένο έργο είναι τα εξής:

-Αυτό που γράφει για την γλώσσα και την ορθογραφία: "το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη, δεν είναι παρά ένας κολπίσκος ... κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών ... περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια ..." 
-"... το πόση ευγένεια παράγουν (οι λαοί), ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων". φύσης Θέλω να πιστεύω - και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη γνώση - ότι, όπως και να το εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη, δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί, από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια. [...]

Έπέλεξα να σας παραθέσω κάποια αποσπάσματα από το εκπληκτικό αυτό βιβλίο. Η φράση εκείνη που "έγραψε" στο μυαλό μου είναι: "Να έπαιρνε πότε πότε η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις που παίρνει ενα δάκρυ οταν διαθλά τις αθλιότητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο."

"ΠΗΡΕ ΝΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΖΕΙ. Πλήθυναν οι  άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντικρύ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να  περάσω έτσι μια ζωή  ολόκληρη,  αν δεν την  έχω κιόλας περάσει. Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ` τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο πού, ετσι και συμβεί να  μου λείψουν μια μέρα, η  ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή  εδώ δεν πρόκειται πιά για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω, είναι πιο σημαντικο να  τη διαλογίζεσαι παρά να  τη βιώνεις, ούτε καν για την  παράδοση. Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει τα παραμικρά με  τα σπουδαία ή τα καίρια με  τα ασήμαντα, και διαμορφώνει κάτω από την  κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια, ένα πιο στερεό έδαφος, για να  πατήσει το πόδι μου - παραλίγο να  πω η ψυχή  μου. Μέσα σ` ενα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή  της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη. Θέλω να  πιστεύω - και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον άγώνα της με  τη γνώση -  ότι όπως και να  τα εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του  ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να  καθιερώσει  μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το  κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε ύπογεγραμμένη δεν είναι παρά, ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή  κοκκινάκια, εδώ ή  εκεί από περιστεριώνες και γλάστρες με  γεράνια. Είναι μια γλώσσα με  πολύ αυστηρή  γραμματική, που την  έφκιασε μόνος του ο  λαός, από την  εποχή  που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την  τήρησε με  θρησκευτική  προσήλωση κι αντοχή  αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ` εμείς, με  τα διπλώματα και τους νόμους, να  τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το  ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο τού ροκανίσαμε την  ίδια του την  υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι  κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω. Δεν αναφέρομαι σε καμιά  χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να `χω ζήσει σε καμιά καλή εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. Με ταράζουν. Νιώθω σαν ν` ανακατώνονται τα γράμματα στο ίδιο μου το επώνυμο, να  μην ξέρω ποιος είμαι να  μην ανήκω πουθενά. Τόσο πολύ αισθάνομαι  να  είναι η ζωή μου συνυφασμένη μ` αυτήν την «υδρόγεια λαλιά», που δεν είναι παρά η οπτκή  φάση της ελληνικής λαλιάς, της ικανής με τη διπλή της υπόσταση να  ομιλεί και να ζωγραφίζει συνάμα. Και που εξακολουθεί αθόρυβα όσο και δραστικά, παρά τις άνωθεν επεμβάσεις, να  εισχωρεί ολοένα μέσα στην ιστορία και μέσα στη φύση που τη γέννησαν, έτσι ώστε να μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σε παρόν, και να μετατρέπεται από το παρόν αυτό σε όργανο προικισμένο με  τη δύναμη να οδηγεί τα στοιχεία της ζωής μας στην πρωτογενή, φυσική τους αλήθεια. Όμως, για να το αντιληφθεί αυτό κανείς, πρέπει να  `χει περάσει απ` όλες τις διεργασίες, όσες απαιτούνται για να  μπορεί να  διακρίνει που κείται το καίριο. Το  καίριο στη ζωή  αυτή κείται πέραν του ατόμου. Με  τη διαφορά ότι αν δεν ολοκληρωθεί κανείς σαν άτομο - κι όλα συνωμοτούν στην εποχή  μας γι` αυτό -αδυνατεί να το υπερβεί. Σ` αυτό το σημείο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, που οι  περισσότεροι αδυνατούν, επί παραδείγματι, να εκτιμήσουν την υγεία επειδή  δεν έτυχε ν` αρρωστήσουν, ή  επειδή  -το  χειρότερο- θεώρησαν «καίριο» την αρρώστια. Ο μηχανισμός μιας λειτουργίας όπως αυτή αντανακλά πάνω στη λογοτεχνία μας, την καταδυναστεύει, την υποβάλλει σ` ένα είδος παραμορφωτικής αρθρίτιδας, που εξαιτίας μιας μακράς και συνεχούς τακτικής εκλαμβάνεται ως η  μόνη φυσιολογική. ΑΡΧΙΣΕ ΤΩΡΑ και να ψιλοβρέχει. Έχω αποτραβηχτεί πίσω από την τζαμαρία και παρακολουθώ τον γέρο Λεμονή, που τρέχει κατά το μόλο φωνάζοντας και χειρονομώντας.  Θα του λύθηκε το παλαμάρι της βάρκας. Ε, αυτός είναι κι αν είναι, κυριολεκτικά, μ` έναν παλιό πουνέντε στο  γύρο του προσώπου του. Αγρότης και ναυτικός συνάμα. Ένας από τούς τελευταίους διαχρονικούς  Έλληνες, με τις γερές του πλάτες, το  πυκνό λευκό του μαλλί  και το κορμί του το κεραμιδί που σου υποβάλλει την  ιδέα ότι θα μπορούσε να  `ναι κι ένας υπήκοος της Κρήτης του Μίνωα. Δούλος ίσως, αλλά σε απόσταση αναπνοής από τον άρχοντά του. Και αυτό έχει σημασία. Επειδή έκτοτε δεν παρατηρήθηκε, ως φαίνεται, σε κανέναν από τους πολιτισμούς που γνωρίζουμε. Τά μικρά μεγέθη, ο περιορισμένος πληθυσμός, η περίπου ανυπαρξία καταναλωτικών αγαθών, μείωναν τις διαφορές ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα, έτσι που η πλάστιγγα να γέρνει πάντοτε από το μέρος της ποιότητας και του καλού γούστου, που ή ύπάρχουν διάχυτα στον  αέρα για τον καθένα ή  δεν πουλιούνται στην αγορά ώστε να  μπορούν να  τα προμηθεύονται  οι  όλίγοι. Και μολονότι το άτομο στα χρόνια εκείνα έμοιαζε το ίδιο ισχυρά σβησμένο πίσω από την  τεχνουργία όσο και στα χρόνια της πλέον ακμαίας χριστιανοσύνης, θα έλεγε κανένας ότι προηγουμένως είχε προφτάσει να ολοκληρωθεί, θέλω να πω να εξαντλήσει όλους τους πόρους της ψυχικής του ευφορίας, ώστε να κόβει λουλούδι και για να το χαίρεται και για να το εκμεταλλεύεται χωρίς να σημειώνεται πουθενά το παραμικρό χάσμα. Μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά δικαιολογημένα υποψιάζεται  κανείς ότι η λατρεία της σωματικής δύναμης -που όσο πιό πίσω πάμε τόσο πιό ισχυρή τη βρίσκουμε- παραχωρούσε τότε τη θέση της σε (η , άν αυτό πάει πολύ, συνυπηρχε μέ) μιαν ανάμεικτη από ηδυπάθεια κι ευωδία λωτού τρυφερότητα, διόλου διαφορετική  από την  «τρυφερότητα των μαστών» που αντικρίζανε καθημερινά γύρω τους οι κάτοικοι της Κρήτης εκείνης και με  τη γνωστή πλαστική τους ευκρίνεια, διασώσανε στα έργα τους. "

"Αυτό θα πει να μπαίνει ένας πολιτισμός όχι στην ιστορία με πολέμους αλλά στη ζωή με τον ήλιο στην κοιλιά. Ολόκληρο το δυναμικόν που θ`άντιστοιχούσε στη διεξαγωγή εχθροπραξιών θα διοχετεύεται στην ερωτική συζυγία με  τη φύση και στη διαιώνιση τών καρπών ενός τέτοιου γάμου. Ίσως αυτά όλα (χρειάζεται να  το πώ) να μη  συμπίπτουν πάντοτε, ή  και καθόλου, με  τα συμπεράσματα της επιστήμης. Αλλά εγώ λέω αυτά που διαβάζω στα μόνα κείμενα που μας άφησαν και που είναι τα έργα των χειρών τους. Φτάνει κανείς και από τις άκρες και από τις οφιοειδείς γραμμές στην αποκατάσταση μιας ηθικής της ομορφιάς, που πιθανόν κάποτε στον κόσμο αυτό να επεκράτησε. Ότι καμιά σημαντική πολιτεία δεν ήταν κτισμένη σε μέρος που να  προσφέρει άμυντικά πλεονεκτηματα, όπως οι  κατοπινές ακροπόλεις ή τ` αμέτρητα κάστρα του Μεσαίωνα, καθώς επίσης και το γεγονός ότι δε συναντάμε παρά σπάνια την ύπαρξη όχυρωματικών έργων συνηγορούν άμεσα με  την  άποψη αυτή. Όπως συνηγορούν έμμεσα όλα τα έργα τέχνης που μας άφησαν. Από τις νωπογραφίες αρχινώντας, όπου η χρωματική  αντίληψη εκδηλώνεται με μιαν αθωότητα που χρειάστηκε να περάσουν χιλιετίες όχι κάν για να την ξαναβρούμε αλλά με  κόπους και με γνώση να την ξαναφτιάξουμε περνώντας ύστερα στους απείρου ποικιλίας δακτυλιολίθους, αυτά τα ωάρια ενός κόσμου μαγικού, όπου οι συγχορδίες της φαντασίας και της δεξιοτεχνίας καταφέρνουν να συγκροτήσουν έναν σωστό Πανδέκτη του σχηματολογικού δυναμικού της ύλης έως, τέλος, τ` αντικείμενα τους της καθημερινής ζωής, πιο δυναμικά ετούτα, εάν όχι κάποτε και βάρβαρα, όμως με μιαν ανεξάντλητη στα σχήματα και στα μεγέθη ευρηματικότητα. Εδώ, δεν ξέρω πως να το πω, αλλά αισθάνομαι κάτι σαν ζήλια, που είναι παράπονο συνάμα κι ευχή. Να τι έννοώ. Θα ήθελα να μπορούσαν αυτά όλα να βρίσκονται σε συνεχή συνεννόηση με τον ήλιο. Να ύπάρχει και γι` αυτά μια φωτοταξία, που, όπως εξασφαλίζε  στα φυτά τη χλωροφύλλη την απαραίτητη για να  ανανεώνονται αέναα και να  μας βρέχουν το μάτι με τη δροσιά τους, να υπαγορεύει και σ` αυτά ορισμένα χαρακτηριστικά σκιρτήματα, προικισμένα με τη χάρη, ακόμη και μέσ` απ` τις πιο τρομερές θεομηνίες, που τσακίζουν πολιτισμούς και αφανίζουν ακεραιότητες λαών, να πηδούν απο τον ένα στόν άλλον αιώνα και να περνούν βελονιές πάνω στο δέρμα του χρόνου. Να περνά η Παριζιάνα της Κνωσού στη συλλέκτρια τών κρόκων της Θήρας,  κι αυτή στην Κόρη με τον θαλλόν μυρσίνης, της Πάρου, κι αυτή στη Μυροφόρο τη ρόδινη με τη λαμπάδα, κι αυτή στην ωραία Αντριάνα των Αθηνών, κι αυτή στην Κόρη με το ρόδι της Αίγινας. Αν όχι τίποτε άλλο, επειδή  κατοικούμε στα ίδια χώματα." 
 

"Να έπαιρνε πότε πότε η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις που παίρνει ενα δάκρυ οταν διαθλά τις αθλιότητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο. Κοντολογίς, να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά άπ` το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο  λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι το πιό ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι το χράμι όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων. Τί σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιός καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ`ενα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου το κοινόν αίσθημα να  συμπίπτει με  κείνο τών αρίστων. Τι έγινε η φύση που μαντεύουμε αλλά δεν τη βλέπουμε; ο αέρας που ακούμε αλλά δεν τόν εισπνέουμε; Κουράστηκα να τα λέω. Θα `θελα να μην είχα πια τίποτα να πώ, αλλά πως, που νιώθω να `μαι ακόμη γεμάτος, φορτωμένος με τόνους ανέμων, τσουβάλια Ιουλίων, καλαθούνες ανθέων... τα μώβ ξεχειλίζουν. Τα σκούρα μού κόβουν τους αγκώνες. Πολλά γαιώδη μουλιάζουν τα ρούχα μου. Άλλα, ελαφρότερα, γίνονται στοές, ρόπτρα, γεφυράκια, τρούλοι. Ανάγκη να ξεφορτώσω. Πως όμως, που αυτά πλέον έγιναν στοιχεία του οργανισμού μου; Έτσι και τ` άδειάσω, έσβησα. "
 

"ΤΩΡΑ ΟΙ ΤΡΙΛΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ που άκουγα τα ξημερώματα πρέπει να `χουν φτάσει μακριά, να τρέχουν μια δω μια κει και να συρράπτουν τα κομματάκια της πραγματικότητας, τέτοιας που την εκαταντήσαμε. Να μπορούν οι θεοί να διαβάσουν τι γίνεται δω πέρα. Στα πλαϊνα μου τραπέζια οι ντόπιοι αυτοί έχουνε πέσει με τα μούτρα στις εφημερίδες που μόλις έφερε το μεσημεριανό αεροπλάνο. Μυστήριοι άνθρωποι. Τους ξέρω χρόνια, τους παρακολουθώ, τους μελετώ σαν να `τανε πειραματόζωα. Στις κοινωνικές τους σχέσεις, τις οικογενειακές αλλά και τις έπαγγελματικές, συμπεριφέρονται με μιαν ευθύτητα και μια  ψυχική εύγένεια που μαρτυρούν κοιτάσματα χρυσού στο προγονικό τους υπέδαφος. Η κρίση τους είναι καθαρό μαχαίρι. Κόβει τα πράγματα σε καλά και κακά, μαύρα και άσπρα, όπως μας τα `μαθε η μάνα μας. Έτσι όμως κι έμπλακούν στα συνθήματα που τους προσφέρουν με τον δικό τους, δόλιο τρόπο οι πολιτικές παρατάξεις, η καθαροσύνη αυτή χάνεται. Και τα μεν και τα δε είναι όλα καλά εάν βρίσκονται από το μέρος μας και όλα κακά  εάν βρίσκονται από το άλλο. Δεν υπάρχει τρόπος να χωριστούν αλλιώς. Ούτε κανείς βιοχημικος η όφθαλμολόγος θα μπορούσε να μας εξηγήσει πως γίνεται τόσο ετερόκλητα  πράγματα ν` αποκτούν έξαφνα το ίδιο χρώμα και να θολώνουν το ίδιο μυαλό. Και το ωραίο  είναι ότι σε τελικήν ανάλυση, τη νύφη την πληρώνεις εσύ, που βρίσκεσαι απ` τους απ` έξω.Δέν τολμάς να τραβήξεις μιαν άπο τις αξίες που πιστεύεις ότι ικανοποιούν την εθνική σου φιλαυτία, και βλέπεις να βγαίνουν μαζί της ενα σωρό άνθρωποι των χρηματιστηρίων, που ανεβοκατεβαίνουν στην κόλαση όπως στο σπίτι τους. Δεν κοτάς ν` άγγίξεις μιαν απο τις αξίες που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, και βρίσκεσαι να «κάνεις πορεία» μ` έναν συρφετό άνθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη αλλά την περιμένουν από τον καθοδηγητή τους.

Έτσι όμως η ψυχή μας υποχρεώνεται να κυλήσει πάνω σε δύο γραμμές που αδυνατουμε να παραλληλίσουμε. Ο εκτροχιασμός είναι αναπόφευκτος. Θεέ μου! Κι εγώ που ονειρευόμουν να παραλληλιστούν άλλου είδους γραμμές, κι απέβλεπα στις συντεταγμένες του γυμνού σώματος και της δικαιοσύνης, της άλκης και της ιερότητας, του παρθενικού και του ηδυπαθούς! Που ζητούσα να καθαγιασθούν πρώτα μέσα στο άδυτον του κάθε ιδιώτη τα  «κοινα», και έτσι μόνον να γίνουν κανόνες ζωής για όλους, με το ίδιο ήθος και την ίδια  δύναμη."

"ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΩΣ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ του γραφιά μέσα μου, του μανιακού πολέμιου της  προχειρότητας μ` έχουν μονοχνοτίσει. Φέρτε μου τον Θεό, θα συνεννοηθώ αμέσως. Με τους  ανθρώπους είναι το δύσκολο. Καθώς γυρνάω στο σπίτι αργά για φαγητό, βρίσκω την κυρία Ευγενία να τα έχει όλα έτοιμα,  σκεπασμένα, και να κάθεται με θρησκευτική προσήλωση μπροστά στο ραδιόφωνο. Βέβαια, το λόγο κάποιου πολιτικού αρχηγού ακούει μολονότι αμφιβάλλω αν καταλαβαίνει καλά. Κι όχι επειδή δεν έχει την απαιτούμενη μόρφωση· τουναντίον, επειδή ο λόγος δεν έχει την απαιτούμενη δομή τη στοιχειώδη. Άλλ` αντ` άλλων. Φτήνια και μακρηγορία χωρίς αντίκρισμα. Έτσι μού `ρχεται να της το κλείσω. Αν όχι να βγώ στα μπαλκόνια να το φωναξω: Τίποτε απ` ολ` αυτά που περιφέρουν, επί αιώνες τώρα, στα σχολεία, στις εκκλησίες, στις κομματικές συγκεντρώσεις, δεν παίρνει διαβατήριο για την ψυχή, αν προηγουμένως δεν έχει  την οφειλόμενη θεώρηση από τα μέσα τα έκφραστικά. Οι νόμοι της τέχνης είναι και νόμοι  της ζωής. Ο πολιτικός οφείλει να μη διαφέρει σαν άντίληψη απ` τον καλλιτέχνη. Και στην  αντίληψη τού καλλιτέχνη ο αγώνας για τη σωτηρία του ανθρώπου είναι αγώνας για την ορθή έκφραση, και τίποτε άλλο. Σε τέτοιο σημείο, που θα έλεγα ότι και οι πλέον αντίθετες  τοποθετήσεις απέναντι στο ίδιο πρόβλημα εξισώνονται αν η έν τέχνη δικαίωση τους είναι του αυτού υψηλού βαθμού. Η ποιότητα στηρίζει τούς θεούς, κι είναι για να μην το `χουν κατανοήσει εγκαίρως οι Ιερείς  που παιδεύεται άδικα η ανθρωπότητα."

"ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο  μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αίσθήσεις ή στιγμές·δυό τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι, ολίγες μέντες από δυό κοντά κοντά βαλμένες ανάσες, ένα τραγούδι βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος, και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για πάντοτε. Όλα όσα, μ` άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ."