07 Ιουνίου 2019

Ζωρζ Σαρή | Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είσαι εσύ.

Η σπουδαία συγγραφέας με το χάρισμα να εμπλέκει στα έργα της, το βίωμα, το μύθο & την ιστορία, έφυγε από τη ζωή στις 9 Ιουνίου του 2012.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Η σπουδαία συγγραφέας με το χάρισμα να εμπλέκει στα έργα της, το βίωμα, το μύθο & την ιστορία, έφυγε από τη ζωή στις 9 Ιουνίου του 2012.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Ζωρζ Σαρή. Στο άκουσμα του ονόματός της, το μυαλό μου ταξιδεύει χρόνια πριν. Στην παιδική μου ηλικία. Τότε που είχα ξεκινήσει να διαβάζω τα πρώτα αριστουργήματα της παιδικής λογοτεχνίας. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και τα δικά της έργα.  "Όταν ο ήλιος", "Το ψέμα", "Ο θησαυρός της Βαγίας", "Νινέτ", "Ο Χορός της Ζωής", "Τα Χέγια", "Κόκκινη κλωστή δεμένη", "Τα γενέθλια", "Τα στενά παπούτσια", "Το γαιτανάκι", "Οι νικητές", "Κρίμα κι άδικο", "Πρότελευταίο σκαλοπάτι"... Ανέφερα με τυχαία σειρά κάποια από αυτά. Το ωραίο είναι ότι ένιωθα την ανάγκη να τα διαβάζω ξανά και ξανά. Και κάθε φορά έπαιρνα καινούργια, σπουδαία μηνύματα.

Τη Ζωρζ Σαρή μπορεί να μην είχα την τύχη να τη γνωρίσω προσωπικά, ωστόσο, μέσα από τα διηγήματά της είναι σαν να μου έχει "δώσει" ένα πολύτιμο κομμάτι της. 

Εκτός από συγγραφέας, ήταν και ηθοποιός. Ποιά ήταν όμως, η αφορμή για να αποφασίσει να στραφεί στο γράψιμο;

"Στο γράψιμο βρήκα ό,τι δεν μπορούσα να βρω στο θέατρο, ίσως γιατί δεν ήμουν πρωταγωνίστρια και ίσως γιατί δεν ήμουν σε θέση να διαλέξω τους ρόλους που ο θιασάρχης ή ο σκηνοθέτης διάλεγαν για μένα. Τώρα φέρω ακέραιη την ευθύνη των βιβλίων μου. Κάνω αυτό που θέλω, αυτό που μπορώ." είπε κάποτε σε συνέντευξή της.

Δεν στάθηκε όμως μόνο στη συγγραφή βιβλίων παιδικής λογοτεχνίας. Προσπάθησε να διαδώσει το παιδικό βιβλίο κρατώντας ζωντανή και άμεση επαφή με το κοινό της. Ξεκίνησε, λοιπόν, να πηγαίνει σε σχολεία σε όλη την Ελλάδα και να κάνει ομιλίες. Επίσης,  μέσα από κάποια άρθρα της και με τη συμμετοχή της σε λογοτεχνικές συζητήσεις, έλαβε ενεργό μέρος σε θέματα που αφορούσαν την παιδική λογοτεχνία. Για παράδειγμα τα κόμικς, η θεματολογία του παιδικού βιβλίου και η θέση της γυναίκας σε αυτό.

Η Ζωρζ Σαρή, εμφανίστηκε το 1969 για πρώτη φορά  στα ελληνικά γράμματα με το Θησαυρό της Βαγίας.Μέχρι  σήμερα, έχει γράψει είκοσι μυθιστορήματα, μία νουβέλα, τέσσερα θεατρικά παιδικά έργα και εννιά βιβλία για μικρά παιδιά. Επίσης έχει μεταφράσει  δεκατέσσερις μυθιστορήματα από τα γαλλικά. Το 1994 η Νινέτ βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου και από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου (το βραβείο μοιράστηκε με τη Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου). Το  1999 ο Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου τής απένειμε βραβείο για το Χορό της ζωής, ενώ το 1988 Τα Χέγια προτάθηκαν για το βραβείο Άντερσεν.

Αυτό που κάνει τα βιβλία της συναρπαστικά, είναι ότι πολλά από αυτά αφορούν κι ένα διαφορετικό μέρος της ζωής της.

"Οι συγγραφείς γράφουν πριν απ’ όλα για τον εαυτό τους, για να εκφραστούν οι ίδιοι πριν απ’ όλα, για να σωθούν",έλεγε. `Ετσι, η  Ζωρζ Σαρή μπορούσε να ζει σε διαφορετικές καταστάσεις και εποχές και να τις αναπλάθει με απίστευτη πειστικότητα. Είχε ένα μοναδικό χάρισμα: να κάνει τους αναγνώστες της  να "νιώθουν" ως δικό τους βίωμα αυτό που εκείνη τούς έχει μεταφέρει. 

Το βιωματικό γράψιμο, ωστόσο, το οποίο έχει και η ίδια πολλές φορές παραδεχτεί, δεν της απέκλεισε δημιουργική φαντασία και τα μυθοπλαστικά στοιχεία. Ο βιωματικός πυρήνας των έργων της, εμπλέκεται με το μύθο και την ιστορία. Έτσι χτίζεται το μυθιστόρημα... 

Στο έργο της "Όταν ο Ήλιος", είναι περίοδος Κατοχής και η δεκαεξάχρονη Ζωή προσπαθεί να καταλάβει πολλά… Για τον πόλεμο, για τους θανάτους, για την κατάκτηση της χώρας από τους Ναζί, για την πείνα και τις κακουχίες. Σταδιακά, αντιδρά με τις μικρές της δυνάμεις ώστε να επιστρέψει στην Ελλάδα η πολυπόθητη ελευθερία. Μέχρι τότε, όμως, τα μάτια της θα δουν πολλά. Θα υποφέρει, θα ελπίσει μέχρι να τελειώσει το κακό. Όταν έρθει πια,  θα μετρήσει τις πληγές και μετά θα προχωρήσει.

Ακολουθούν αποσπάσματα από το βιβλίο : Όταν ο ήλιος"

"Η Ζωή θέλει να την αγαπάνε. Να την αγαπάνε χωρίς παζαρέματα, πολύ και αλογάριαστα. Μικρή κατάλαβε πως για να τα καταφέρει, έπρεπε πρώτα ν΄ αγαπήσει αυτή τους ανθρώπους ή τουλάχιστον να κάνει πως τους αγαπά…
Αγαπούσε όπως πεινούσε, όπως διψούσε, όπως πονούσε, όπως γελούσε.
Το δίχτυ της Ζωής ήταν σοφά πλεγμένο. Είχε κι άλλες κλωστές πολύ γερές. Άνοιγε τις χούφτες της και σκόρπιζε το παιδικό της βιος. Χάριζε τα βιβλία της, τα μολύβια της, τις πέννες της, τις ζωγραφιές της, τα παιχνίδια της. Κρυφά από τους δικούς της χάρισε το χρυσό σταυρό της, το δαχτυλιδάκια της, μια παλιά καρφίτσα της γιαγιάς. Έψαχνε στα συρτάρια, κάτι να βρει ακόμα, να το χαρίσει κι αυτό, να γίνει ένας παραπανίσιος κρίκος στην αλυσίδα που θα την έδενε με τους ανθρώπους .
Αγωνιζόταν.
Η λαχτάρα της γινόταν ορμητικό ποτάμι και παράσερνε τα εμπόδια. Όχι, όχι δεν ήτανε παιχνίδι. Ήταν αγωνία. Παιδιάστικη αγωνία. Η μητέρα το ΄χε καταλάβει και της παραστεκότανε χωρίς πολλά λόγια. Ένιωθε τη μοναξιά που τρόμαζε το παιδί της, ίσως γιατί την ήξερε, τη φοβόταν. Έλεγε στη Ζωή:
«Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είσαι΄συ."


   " Οι νύχτες γινήκανε παγίδες θανάτου. Οι στρατιώτες βροντάνε τις πόρτες με τα κοντάκια τους. Οι νοικοκυραίοι πετάγονται από τον ύπνο αλαφιασμένοι. Τα χέρια τους τρέμουν. Με τι κουράγιο ν` ανοίξουν; Μα, αν δεν ανοίξουν, θα σπάσουν την πόρτα. Η μάνα, ο παππούς, ο πατέρας προσπαθούνε να εξευμενίσουν τους ξένους που περνάνε το κατώφλι τους. Μια παράλογη ελπίδα: άνθρωποι είναι κι αυτοί. Έχουνε ξανθά μαλλιά, γαλάζια μάτια, είναι παντρεμένοι, θα`χουνε παιδιά, σπιτικό. Τις Κυριακές θα πηγαίνουνε με το προσευχητάρι στην εκκλησιά .Τρέμει ένα χαμόγελο στα χείλη της μάνας. Ο πατέρας ανοίγει τα χέρια και σκύβει το κεφάλι σαν να τους λέει: καλώς ορίσατε, καλώς ορίσατε...Όμως οι στρατιώτες είναι σιδερένιοι κι έχουνε στην πλάτη ένα καλοκουρδισμένο ελατήριο. Τα μάτια τους πετάνε φλόγες, τα πόδια τους κλοτσάνε, τα χέρια τους βαράνε. Ουρλιάζουν. Σκύβουν πάνω από τα κρεβάτια κι οσμίζονται σαν άγρια σκυλιά τη ζεστασιά των σεντονιών. Ποιος κοιμόταν εδώ; ποιος κρύβεται στο πατάρι; Γιατί το πίσω παράθυρι είναι ανοιχτό; Κυκλώστε το σπίτι, κυκλώστε το τετράγωνο! Αν το χέρι τους γραπώσει τη λεία, τότε ξεκαρδίζονται στα γέλια. Το κορίτσι που χτες έγραφε στον τοίχο: " Λευτεριά στο Λαό!", τον εργάτη που που χτες τύπωνε την προκήρυξη : " Όχι στην επιστράτευση!" , το αγόρι που χτες τραγουδούσε μέσα στους δρόμους της Αθήνας: " Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά κι ο Έλλην ξεσπαθώνει, ξεσπαθώνει...", τον Έλληνα που ξεσπάθωσε τον σέρνουνε πίσω τους καταματωμένο, τον φορτώνουν στην κλούβα που περιμένει μ` ανοιχτό στόμα, τον ρίχνουν στις φυλακές, στα μπουντρούμια της Μέριλιν και τον βασανίζουν. Τον καίνε, του ξεριζώνουν τα νύχια, τον τυφλώνουν, του σπάνε τα κόκαλα κι ύστερατον στήνουν στον τοίχο και προστάζουν : Πυρ! Τα τουφέκια σημαδεύουν τις καρδιές κι οι καρδιές δεν πεθαίνουν. Εξακολουθούν να χτυπάνε, να χτυπάνε. Χιλιάδες καμπάνες που σκιάζουνε τον ανήσυχο ύπνο του Αδόλφου Χίτλερ. Τον πιάνει υστερία, αφρίζει , ουρλιάζει: Σκοτώστε τους όλους. Ούτε ένας ορθός!" Κι οι δούλοι, ανήμερα θεριά, ξαμολιούνται μέσα στη νύχτα και ψάχνουν, ψάχνουν να βρούνε σάρκες να μπήξουνε ξανά και ξανά τα γαμψόνυχά τους. να συνθλίψουν μια για πάντα, κάτω από τη μολυβένια μπότα τους, το νου και την καρδιά του Έλληνα. Η πάλη όμως είναι άνιση. Τι να σου κάνει ένα ελατήριο κι ας είναι καλοκουρντισμένο; Ολάκερη η  χώρα έγινε μια παγίδα για το σιδερένιο στρατιώτη. Κυνήγι στο κυνήγι.

        Οι αγωνιστές παράτησαν τα κρεβάτια τους. Κρύβονται από σπίτι σε σπίτι. Αλλάζουν όνομα, αφήνουνε μουστάκι, σαστίζουν τους χαφιέδες, μπαίνουν από τη μια πόρτα και βγαίνουν από την άλλη. Κάτω από στέγες φιλόξενες και προστατευτικές συνωμοτούν. Μέσα σε ανήλιαγα υπόγεια, αθόρυβα, τυπώνουν εφημερίδες, προκηρύξεις. Μαζεύουν χρήματα , όπλα, φτιάχνουν πομπούς, στέλνουν μηνύματα, συνεδριάζουν, αποφασίζουν, δίνουν το σύνθημα και ξάφνου ένα πρωί ξεχύνονται στους δρόμους της πόλης, χιλιάδες (πόσες χιλιάδες; Το χτεσινό ποτάμι έγινε ρυάκι ορμητικό) τετρακόσιες χιλιάδες, νέοι, νιες , εργάτες, σπουδαστές, μεσόκοποι, νοικοκυραίοι, ανάπηροι, νοσοκόμες, παιδιά με κοντά παντελόνια, κορίτσια με τη σχολική ποδιά, γέροι, γριές, δάσκαλοι, ηθοποιοί, ποιητές, επιστήμονες, βαστάνε σημαίες, υψώνουνν πλακάτ, φωνάζουν: " Έξω οι Βούλγαροι, έξω οι Γερμανοί. Θάνατος στο φασισμό!" Τραγουδάνε: " Χαίρε , ω χαίρε Λευτεριά!" Ποιο θωρακισμένο να σταματήσει τούτον το χείμαρρο; Τα σγουρά κεφάλια φοβερίζουν τα σιδερένια κράνη και η εικοσάχρονη κοπέλα ανοίγει τα στήθια της μπροστά στο τανκ που έρχεται καταπάνω της. Η πάλη είναι άνιση. Ο σιδερένιος στρατιώτης είναι ανήμπορος να σταματήσει το νου και την καρδιά του Έλληνα.

        Κι όταν έρχεται η νύχτα, σύντροφος ακριβός του αγωνιστή, μια φωνή ζώνει τις γειτονιές. Ένα χωνί, φτιαγμένο πρόχειρα από χαρτόνι, μιλάει, μιλάει. Τι το θέλουμε το Λονδίνο; Ανοίγουμε τα παράθυρα, ανοίγουμε τις καρδιές μας ν` ακούσουμε την ελπίδα: 

" Έλληνες, έρχεται η χιλιάκριβη Λευτεριά! Βαράτε τον καταχτητή!" Κι ο καταχτητής τρέμει τη φωνή και πυροβολεί το σκοτάδι. Αχ, πόσο το φοβάται το σκοτάδι ο σιδερένιος στρατιώτης! Εφιάλτης η Ελλάδα τον πλακώνει. Να ξεφύγει, να εξοντώσει τον Έλληνα. Κάνει σχέδια στρατηγικά, στήνει δίχτυα και παραδίχτυα κι ο αγωνιστής του ξεγλιστράει. Η χώρα ολόκληρη τον παγιδεύει. Τα βουνά γέμισαν αντάρτες. βαστάνε τουφέκια, ξεπετάγονται μέσα απ` τα σκοτάδια, ανατινάζουν γέφυρες, ανατινάζουν τρένα που πάνε για τα μέτωπα, ξεσηκώνουν τους χωρικούς, σταματάνε τα φορτωμένα καμιόνια, αρπάζουν όπλα, τρόφιμα, τ` ανεβάζουν στα λημέρια τους. Ανάβουν φωτιές που σκιάζουν το σιδερένιο στρατιώτη. Τι θ` απογίνει; Η λύσσα του αδύνατου σαν παλεύει με το δυνατό ξεσπάει ακόμη πιο άγρια. Σκοτώνει μωρά, ξεκοιλιάζει τις μάνες, καίει τα χωριά , τουφεκίζει τους γέρους, γκρεμίζει τα σπίτια, δεν αφήνει πέτρα πάνω στην πέτρα. Βγάζει από τις φυλακές κι απ` τα στρατόπεδα αγωνιστές και τους τουφεκίζει. Τους κρεμάει απ` τα κλαδιά των δέντρων. Και οι αγωνιστές δεν πεθαίνουν. Οι καρδιές τους χτυπάνε σαν πασχαλινές καμπάνες κι ο Αδόλφος Χίτλερ μένει άγρυπνος, τρελός από την τρομάρα...."