28 Σεπτεμβρίου 2022

Για τον Μουσολίνι το ποδόσφαιρο ήταν το τέλειο μέσο για να κυριαρχήσει στον ιταλικό λαό

Η ακροδεξιά επέστρεψε στην κυβέρνηση της Ιταλίας κι εμείς θυμόμαστε την εποχή όπου ο Μπενίτο Μουσολίνι είχε χρησιμοποιήσει το ποδόσφαιρο για να εδραιώσει την κυριαρχία του στον ιταλικό λαό.
Η ακροδεξιά επέστρεψε στην κυβέρνηση της Ιταλίας κι εμείς θυμόμαστε την εποχή όπου ο Μπενίτο Μουσολίνι είχε χρησιμοποιήσει το ποδόσφαιρο για να εδραιώσει την κυριαρχία του στον ιταλικό λαό.

«Η άποψη πως η πολιτική δεν θα πρέπει να έχει σχέση με το ποδόσφαιρο είναι το λιγότερο αστείο για τους Ιταλούς».

Για την Ιταλία η ιστορική πορεία του ποδοσφαίρου είναι στενά συνδεδεμένη µε την πολιτική, την κοινωνία και τους διαρκείς αγώνες της, αλλά σε κάποια χέρια χρησιμοποιήθηκε ως το απόλυτο προπαγανδιστικό όπλο σε μια προσπάθεια να χειριστεί έναν ολόκληρο λαό. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Μπενίτο Μουσολίνι.

Ο Ιταλός δικτάτορας γρήγορα συνειδητοποίησε πόσο σημαντική είναι η χρησιμότητα του αθλητισμού για ένα φασιστικό ή ολοκληρωτικό καθεστώς. Οι αξίες του αθλητισμού μπορούν να χρησιμοποιηθούν ρητορικά για να αντικατοπτρίζουν τις αξίες ενός φασιστικού καθεστώτος. Για παράδειγμα, μετά τη νίκη της Ιταλίας στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου Il Popolo D`Italia -η εφημερίδα που λειτούργησε ως φερέφωνο του φασιστικού καθεστώτος της γειτονικής χώρας- αναφερόμενη για την επιτυχία έκανε λόγο για το «όραμα της αρμονίας, της πειθαρχίας, της τάξης και του θάρρους» που έδειξε η εθνική ομάδα στον αγωνιστικό χώρο. Η αλήθεια είναι πως ο Ντούτσε κατάλαβε πως το ποδόσφαιρο ήταν το κατάλληλο μέσο για να δημιουργήσει ένα αίσθημα υπερηφάνειας στον ιταλικό λαό.

Οι Ιταλοί απολάμβαναν τους αγώνες τους ενάντια σε πολιτικούς και πολιτιστικούς αντιπάλους στην Ευρώπη όπως η Γαλλία, η Ισπανία και η Αγγλία. Το 1936 ο Αμερικανός αθλητικογράφος Τζον Τούνις, έγραφε: «Ένας ιταλικός θρίαμβος στο ποδόσφαιρο, στην ποδηλασία, στο τένις ή οποιοδήποτε άλλο άθλημα, ιδιαίτερα κόντρα στους παλιούς όπως οι Γάλλοι, δημιουργούσε ένα συναίσθημα της ανωτερότητας της φυλής αυτής απέναντι στους άλλους».

Ο μεγάλος στόχος του Ντούτσε όμως ήταν η εθνική ομάδα της χώρας. Και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 ήταν η καλύτερη ευκαιρία γι αυτόν ώστε να δείξει στον υπόλοιπο κόσμο μια εικόνα ισχυρής και παντοδύναμης Ιταλίας, και παράλληλα να δημιουργήσει ένα νέο πατριωτικό πνεύμα και μια εθνικιστική νοοτροπία μεταξύ των πολιτών της χώρας.

Η ευκαιρία δόθηκε με την ανάληψη της διεξαγωγής του Μουντιάλ του 1934 από την ίδια. Για τον λόγο αυτό ο Μουσολίνι προέβη σε μια σειρά ενεργειών για την ταχεία ανάπτυξη του επαγγελματικού ποδοσφαίρου στην χώρα, όπως η κατασκευή γηπέδων σε όλη την χώρα. «Εκτός από την αποξήρανση των ελών και την κατασκευή δρόμων, το φασιστικό καθεστώς έχτισε σύγχρονα γήπεδα ποδοσφαίρου ως μνημεία της δόξας του Μουσολίνι», ανέφεραν οι εφημερίδες της εποχής.

Το στάδιο «Mussolini» στο Τορίνο που φιλοξένησε τους Παγκόσμιους Πανεπιστημιακούς Αγώνες του 1933, το «Littoriale» στη Μπολόνια, το στάδιο «Della Vittoria» στο Μπάρι, το «Berta» στη Φλωρεντία, το «Edda Ciano Mussolini» στο Λιβόρνο, το «XXVIII Ottobre» στην L`Aquila και το «Citta dello Sport» στην Ρώμη χτίστηκαν από τον Μουσολίνι στέλνοντας ένα διπλό μήνυμα στον κόσμο. Την δύναμη του καθεστώτος και την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου.

Η κατάκτηση του τίτλου ήταν επιστέγασμα όλων αυτών των προσπαθειών με τον Μουσολίνι να δημιουργεί τέτοιες συνθήκες στα αθλητικά γεγονότα της εθνικής Ιταλίας, που θα μείωναν στο ελάχιστο ή ακόμα και θα εκμηδένιζαν την πιθανότητα αποτυχίας, όπως στον προημιτελικό με την Ισπανία και τον ημιτελικό με την Αυστρία

Τέσσερα χρόνια αργότερα και με τις πρώτες φωνές να ακούγονται κατά του Ντούτσε, ο Ιταλός δικτάτορας έκανε το Παγκόσμιο Κύπελλο εθνική υπόθεση για τον ίδιο. Για τον λόγο αυτό ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τους oriundi (η ιταλική λέξη που δόθηκε στους μετανάστες που είχαν ιταλικές ρίζες) στην εθνική Ιταλίας, όπως Μόντι, Όρσι και Γουάιτα που στο παρελθόν είχαν αγωνιστεί με την Αργεντινή ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την «Σκουάντρα Ατζούρα» φτάνοντας στην δεύτερη σερί κατάκτηση.

Αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η πολιτική σημασία του ποδοσφαίρου για τον Μουσολίνι. Οι νίκες του 1934 και του 1938 χειραγώγησαν τον ιταλικό λαό ο οποίος ανήγαγε τις επιτυχίες στα δύο Μουντιάλ ως εθνική υπόθεση και να αποτελέσουν την πρωταρχική πηγή του πατριωτισμού της χώρας.

Ακόμη και ένας φασίστας όπως ήταν ο Μπενίτο Μουσολίνι ο οποίος έλεγχε την οικονομία, τις δημόσιες υπηρεσίες, την αστυνομία και τον στρατό ενός έθνους, χρειαζόταν το ποδόσφαιρο για να προωθήσει την προσωπική και πολιτική του ατζέντα, απόδειξη για την διαχρονική δύναμη αυτού του αθλήματος.

Πηγή: bnsports.gr