25 Σεπτεμβρίου 2022

Η ποδοσφαιρική κοσμοθεωρία του Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Η Recoleta είναι μια εύπορη περιοχή του Μπουένος Άιρες, γνωστή για τα παριζιάνικου στιλ αρχοντικά της, τα πολυτελή πρώην ανάκτορα και τις κομψές μπουτίκ.
Η Recoleta είναι μια εύπορη περιοχή του Μπουένος Άιρες, γνωστή για τα παριζιάνικου στιλ αρχοντικά της, τα πολυτελή πρώην ανάκτορα και τις κομψές μπουτίκ.

Η Recoleta είναι μια εύπορη περιοχή του Μπουένος Άιρες, γνωστή για τα παριζιάνικου στιλ αρχοντικά της, τα πολυτελή πρώην ανάκτορα και τις κομψές μπουτίκ. Στον 6ο όροφο του κτιρίου Μαϊπού 994 σχεδόν καθημερινά έδιναν ραντεβού όλες οι γνωστές προσωπικότητες της Αργεντινής. Καλλιτέχνες, συγγραφείς, θεωρητικοί, ποδοσφαιριστές και γενικότερα όλη η ανφάν γκατέ της χώρας περνούσε από το εν λόγω διαμέρισμα.

Το 1978 η εθνική ομάδα μόλις είχε αναδειχθεί Παγκόσμια πρωταθλήτρια και οι πρωταγωνιστές εκείνης της ομάδας από τον τεχνικό Λουίς Μενότι μέχρι τους Μάριο Κέμπες και Ντανιέλ Πασαρέλα αποτελούσαν πόλο έλξης για τα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας. Όχι βέβαια για όλους.

«Ξέρεις ποιος ήταν ο άνδρας που έφυγε πριν λίγο; Ήταν ο κύριος Μενότι», είπε η Βαλεντίνα, οικιακή βοηθός στο σπίτι, απευθυνόμενη σε έναν από τους καλεσμένους.

«Και ποιος είναι ο κύριος Μενότι;», ήταν η περιφρονητική απάντηση του. Ο κύριος αυτός ήταν ο συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες, μία από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές μορφές του 20ού αιώνα. Ο Μπόρχες δεν έκρυψε την περιφρόνηση του για το ποδόσφαιρο και τον αρχιτέκτονα εκείνης της επιτυχίας λίγο καιρό πριν στο Μουντιάλ του 1978. Δεν ήξερε τον άνθρωπο που ήταν ο νέος εθνικός ήρωας της χώρας ή μάλλον έκανε πως δεν γνώριζε.

Η ημερομηνία γράφει 6 Ιουνίου 1978. Η Αργεντινή αντιμετωπίζει την Γαλλία για την πρώτη φάση των ομίλων του Μουντιάλ. Ο Πασαρέλα με εύστοχη εκτέλεση πέναλτι ανοίγει το σκορ για να απαντήσει ο νεαρός Μισέλ Πλατινί. Το ματς βρίσκεται στα μέσα του β` ημιχρόνου όταν ο Μπόρχες μπαίνει στην αίθουσα για να μιλήσει για το γνωστό του διήγημα «Αθανασία». Οι παρευρισκόμενοι όμω δεν δίνουν καμία σημασία στον διάσημο συγγραφέα, αφού έχουν συγκεντρωθεί μπροστά από την τηλεόραση και παρακολουθούν τον αγώνα της Αργεντινής με τους «τρικολόρ». Ο ίδιος δεν διστάζει να βάλει τις φωνές και αμέσως η τηλεόραση κλείνει.

Ποδόσφαιρο και βλακεία

«Το ποδόσφαιρο είναι δημοφιλές επειδή η βλακεία είναι δημοφιλής», ανέφερε κάποτε ο Μπόρχες, για τον οποίο οι ίδιοι οι συμπατριώτες του τόνιζαν πως αποτελεί τον πιο εμβληματικό Αργεντινό συγγραφέα αλλά και παράλληλα τον πιο σκληρό κριτικό του ποδοσφαίρου. Ο ίδιος έχοντας το αδιανόητο ταλέντο να δημιουργεί άλλες πραγματικότητες μέσω των βιβλίων του απέρριψε κάθε τι που είχε σχέση με το ποδόσφαιρο. Ήταν κάτι σαν μίσος για όλα αυτά τα πολυάριθμα λαϊκά πάθη, κάτι που στην ψυχαναλυτική θεωρία, θα χαρακτηριζόταν ως αντιδραστικός σχηματισμός σε όλα αυτά τα συναισθήματα και τις παρορμήσεις που μπορεί να προκαλέσει στα λαϊκά στρώματα το εν λόγω άθλημα.

«Ο αθλητισμός έχει αξία μόνο όταν ασκείται ενεργά. Σαν θέαμα μου φαίνεται μέτριο. Το ποδόσφαιρο, για παράδειγμα, είναι ένα άθλημα που περιλαμβάνει είκοσι δύο άτομα, έντεκα από κάθε πλευρά, και όλοι οι άλλοι είναι θεατές. Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί αθλητής ένας άνθρωπος που παρακολουθεί ποδόσφαιρο. Θα έλεγα πως όχι. Στο τελευταίο παγκόσμιο πρωτάθλημα (1978), που διεξήχθη στη χώρα μας, δόθηκε υπερβολική σημασία από όλους. Απίστευτος θόρυβος για κάτι τόσο επιπόλαιο όπως το ποδόσφαιρο. Λένε ότι κερδίσαμε τους Ολλανδούς. Τι ασυναρτησίες! Κανείς δεν κέρδισε τον Έρασμο του Ρότερνταμ (Ολλανδός αναγεννησιακός ανθρωπιστής, καθολικός ιερέας, δάσκαλος και θεολόγος), τον Σπινόζα (ένας από τους μεγάλους ορθολογιστές της φιλοσοφίας έθεσε τα θεμέλια του Διαφωτισμού) ή τον Ρέμπραντ (ζωγράφος και χαράκτης του 17ου αιώνα, που σήμερα συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ζωγράφων όλων των εποχών)». 

Για τον Μπόρχες μια διοργάνωση όπως το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι «μια συμφορά που ευτυχώς θα περάσει» και για τον λόγο αυτό σε όλη την διάρκεια της ζωής του προσπάθησε όχι μόνο να ξεφύγει από οτιδήποτε είχε να κάνει με αυτό, αλλά να εδραιώσει όσο γίνεται περισσότερο την απόρριψη του ποδοσφαίρου ως ιδέα. Και η περιφρόνηση του Μενότι σε εκείνο το σπίτι στην Recoleta ήταν μέρος αυτής της ιδέας.

Στο ποδόσφαιρο ο συγγραφέας βρήκε ένα στήριγμα για τον σνομπισμό του για τα πλήθη. Δεν γνωρίζουμε αν αναζητούσε μια πολιτική δικαιολογία - το Μουντιάλ του 1978 είχε εργαλειοποιηθεί πλήρως από το στρατιωτικό καθεστώς του Βιντέλα - για να δικαιολογήσει ολοκληρωτικά πολιτικά καθεστώτα, αλλά είναι πιο πιθανό οι πολιτιστικές του θέσεις σχετικά με το ποδόσφαιρο να βρίσκονταν κοντά στο περίφημο όραμα του Γάλλου πολιτικού στοχαστή και εκπρόσωπο του φιλελευθερισμού Αλέξις ντε Τοκβίλ, ο οποίος για να εκφράσει τις επιφυλάξεις του προς το πλήθος συνέδεσε τους λαούς και τη δημοκρατία με την «τυραννία της πλειοψηφίας».

Η αλήθεια είναι πως ο Μπόρχες εξέφραζε κάτι που δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί. Αυτό που αγαπούνε οι μάζες είναι ο τελικός σκοπός, ο στόχος, και όχι το ίδιο το άθλημα. «Το ίδιο το ποδόσφαιρο δεν ενδιαφέρει κανέναν. Ο κόσμος δεν λέει ποτέ "τι ωραίο απόγευμα που πέρασα, τι ωραίο παιχνίδι που είδα παρόλο που η ομάδα μου έχασε". Δεν το λέει γιατί το μόνο που έχει σημασία είναι το τελικό αποτέλεσμα. Ο κόσμος δεν απολαμβάνει το παιχνίδι», είχε δηλώσει ο ίδιος.

Η απέχθεια του για το ποδόσφαιρο είχε ως αποτέλεσμα να μην υποστηρίζει κάποια ομάδα. Παρά το γεγονός πως πολλοί σύλλογοι έριζαν για να τον εμφανίσουν ως οπαδό τους, η Σαν Λορέντζο έδειχνε να είναι πιο κοντά του. Και αυτό όχι γιατί υποστήριζε την «Σικλόν», αλλά επειδή ο Μπόρχες εργαζόταν στη βιβλιοθήκη Μιγκέλ Κανέ η οποία βρισκόταν στην συνοικία Boedo στην ίδια περιοχή που έχει την βάση της η Σαν Λορέντζο. Μάλιστα, ο μύθος λέει πως όταν τον είχαν ρωτήσει στον δρόμο οπαδοί της ομάδας ο ίδιος είχε δηλώσει πως είναι ένας από αυτούς. Βέβαια, κάποια χρόνια αργότερα ξεκαθάρισε πως όλα αυτά δεν είχαν καμία δόση αλήθειας.

Το είναι ταυτίζεται με αυτό που αντιλαμβανόμαστε

Στις αφηγήσεις του Μπούστος Ντομέκ (ο φανταστικός χαρακτήρας των Μπόρχες και Κασάρες) ο τελευταίος αγώνας ποδοσφαίρου που είδε ο πλανήτης ήταν στις 24 Ιουνίου του 1937. Σύμφωνα με την ιστορία ο τουρίστας Ονόριο που έφτανε στην περιοχή Nunez βίωνε την απόλυτη απογοήτευση. Το θρυλικό γήπεδο της Ρίβερ Πλέιτ, το Μονουμεντάλ, δεν βρισκόταν στην θέση του. Όπως του αποκάλυπταν στην συνέχεια της ιστορίας το ποδόσφαιρο δεν υπήρχε πια ή μάλλον ήταν ένα φανταστικό δημιούργημα των σεναριογράφων. «Δεν υπάρχει σκορ, δεν υπάρχει καν παιχνίδι. Τα γήπεδα είναι πλέον κατασκευές που καταρρέουν. Σήμερα όλα γίνονται στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο. Ο ψεύτικος ενθουσιασμός των εκφωνητών, σας έκανε ποτέ να υποψιαστείτε ότι όλα είναι φάρσα;».

Στην ιστορία Esse est percipi που στα λατινικά σημαίνει το είναι ταυτίζεται με αυτό που αντιλαμβανόμαστε, ο Μπόρχες μιλάει για το ποδόσφαιρο και την αντίληψη της πραγματικότητας. Μέσω της μυθοπλασίας ο ίδιος προβαίνει σε μια σθεναρή κριτική για την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου μέσω της τηλεόρασης. Η βάση της μεταφοράς, που ενσωματώνεται σε ένα κείμενο του 1967, ισχύει ακόμα και σήμερα για την μόνιμη υπερβολή στην ανάλυση των συνθηκών ενός παιχνιδιού, για την συστηματική αναπαραγωγή άπειρων ωρών μπροστά σε μια οθόνη όπου ένας σχολιαστής δεν κουράζεται να διαφωνεί για το αν είναι καλύτερα η χειρότερα ένας υποβιβασμός ή ήττα σε έναν τελικό από τον αιώνιο αντίπαλο.

Είρωνες και κυνικοί ο Μπόρχες με τον Κασάρες ουσιαστικά περιέγραψαν 40 χρόνια πριν πως θα εξελισσόταν το άθλημα. Η άκρατη εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου έχει κάνει τις ομάδες να βρίσκονται σε απόλυτη εξάρτηση από τα χρήματα που λαμβάνουν κυρίως από τα τηλεοπτικά δικαιώματα.

Παρόλα αυτά η σύνδεση, έστω κι έμμεσα, του Μπόρχες με το ποδόσφαιρο της Αργεντινής υπάρχει. Και αν στην φανταστική του ιστορία η 24η Ιουνίου αποτελεί την ημέρα που ο κόσμος είδε το τελευταίο παιχνίδι ποδοσφαίρου, δεν ισχύει το ίδιο για το αργεντίνικο ποδόσφαιρο. Και αυτό γιατί στις 24 Ιουνίου έχει γεννηθεί o Λιονέλ Μέσι, ενώ την ίδια ημέρα το 1906 η Αλούμνι η οποία ιδρύθηκε από τον «πατέρα του ποδοσφαίρου της Αργεντινής», Αλεξάντερ Χάτον, έγινε η πρώτη ομάδα της χώρας που επικράτησε αντίστοιχης της Κοινοπολιτεία των Εθνών και συγκεκριμένα της Νοτίου Αφρικής. Επίσης το 1990 στο Τορίνο η Αργεντινή του Μαραντόνα και του Κανίγια απέκλεισε την Βραζιλία, ενώ το βράδυ της 24ης Ιουνίου του 1978 ήταν η τελευταία νύχτα που έζησε η Αργεντινή χωρίς το Παγκόσμιο Κύπελλο στην συλλογή της, αλλά κυρίως αποτέλεσε το τελευταίο ηλιοβασίλεμα (1994) με τον Ντιέγκο Μαραντόνα παίκτη της «αλμπιτσελέστε».

Το ποδόσφαιρο του Μπόρχες

Τελικά υπάρχει ποδοσφαιρική κοσμοθεωρία στον Χόρχε Λουίς Μπόρχες; Υπάρχει και ξεκάθαρη μάλιστα. Αλήθεια πως μπορεί κάποιος να διαχωρίσει τον θαυμασμό για τις ιστορίες του Μπόρχες από το ποδοσφαιρικό πάθος αν στο «Theme of the Traitor and the Hero» συνδυάσει ιστορίες όπως η φυγή του Φίγκο από την Μπαρτσελόνα στην Ρεάλ Μαδρίτης όπου η αγάπη και το μίσος έγιναν ένα;

Πώς μπορεί να μην ταυτίσει το «The Aleph» με την διοργάνωση ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου, όπου όπως το Άλεφ που αποτελεί εκείνο το στοιχείο στο σύμπαν που περιέχει όλα τα άλλα στοιχεία, έτσι και το Μουντιάλ κάθε τέσσερα χρόνια γεμίζει από με τα ίδια αντίστοιχα στοιχεία (ομάδες, οπαδοί). Ακόμα και το στοιχείο της μίμησης μπορεί να συναντήσει κάποιος στα έργα του Αργεντινού συγγραφέα, μια αναφορά ξεκάθαρη και στο ποδόσφαιρο με το γκολ του αιώνα του Μαραντόνα και το διάσημο του Μέσι με την Χετάφε.

Ο Μπόρχες είναι ο Μαραντόνα

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες ξεκίνησε το ταξίδι για την αθανασία ένα Σάββατο του Ιουνίου του 1986. Ήταν 14 Ιουνίου, οκτώ μέρες πριν ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα δημιουργήσει το σπουδαιότερο λογοτεχνικό έργο στην ιστορία αυτού του αθλήματος, με τα δυο του γκολ στον αγώνα κόντρα στην Αγγλία.

Κάποιοι λένε ότι με τον θάνατο του ο  Μπόρχες έδωσε στις εφημερίδες ένα από τα λίγα εξώφυλλα (αν όχι το μοναδικό) στο οποίο δεν αποτελούσε κεντρικό θέμα το ποδόσφαιρο. Αν και άφησε την τελευταία του πνοή στην Γενεύη, λίγες ημέρες πριν είχε βρεθεί σε μπαρ στο Μπουένος Άιρες όπου μιλούσε για τον Ντιέγκο. Όταν οι θαμώνες είδαν μπροστά τους τον 86χρονο συγγραφέα φώναζαν όλοι με μια φωνή:

«Μπόρχες, είσαι σπουδαιότερος από τον Μαραντόνα», για να πάρουν την αποστομωτική απάντηση του καταβεβλημένου από καρκίνο του ήπατος και τυφλό γέρο.

«Λοιπόν, θα ήταν ωραίο να το φώναζαν στη Στοκχόλμη. Ίσως έτσι μπορούσα να επηρεάσω τους Σουηδούς ακαδημαϊκούς να μου απονείμουν το Νόμπελ».

Πηγή: lastimaanadiemaestro.com