10 Οκτωβρίου 2018

Εντίθ Πιάφ | Να αφήνεις τον άνδρα πριν ακόμη σκεφτεί να σε αφήσει...

Εντίθ Πιάφ | ζωή | έρωτας | φωνή-λυγμός
Μια ξεχωριστή φωνή που ήξερε να τραγουδά για την αγάπη και ιδιαίτερα για την αγάπη που πληγώνει, σίγασε στις 10 Οκτωβρίου του 1963.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Μια ξεχωριστή φωνή που ήξερε να τραγουδά για την αγάπη και ιδιαίτερα για την αγάπη που πληγώνει, σίγασε στις 10 Οκτωβρίου του 1963.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

"Η γυναίκα του αιώνα”, όπως έχει πολλές φορές ψηφιστεί στη Γαλλία, η γυναίκα με τη βαθιά ερμηνευτική της ευαισθησία και τη δραματική φωνή, η εύθραστη “mome Piaf” -το σπουργιτάκι- όπως την έλεγαν, η Edith Piaf, έγινε μια ντίβα του γαλλικού τραγουδιού. Η μεγαλύτερη φωνή που έβγαλε η Γαλλία τον 20ο αιώνα έχει δημιουργηθεί με τα ίδια “υλικά” της θλίψης, της μελαγχολίας, της νοσταλγίας και της πικρής χαράς. Μια χαρακτηριστική “φωνή-λυγμός”,που μεταμορφώνει ακόμα και τραγούδια με απλοικό στίχο, σε μοναδικές λειτουργίες έρωτα. Μια ξεχωριστή φωνή που ξέρει να τραγουδά για την αγάπη και ιδιαίτερα για την αγάπη που πληγώνει. Μια γυναίκα με ύψος μόλις 1,47, με πελώρια εκφραστικά μάτια, με το “μικρό μαύρο φόρεμα”, τη συγκλονιστική φωνή που ενσαρκώνει μια φιγούρα τραγική και συγχρόνως τρυφερή. Μια ερμηνεύτρια που αποτέλεσε, ίσως την πιο σημαντική, παρουσία στη γαλλική σκηνή των βαριετέ.

Μπορεί να μην έζησε μια “ζωή σαν τριαντάφυλλο", αλλά "δεν μετάνοιωσε για τίποτα".

H πιο γνωστή παγκοσμίως Γαλλίδα τραγουδίστρια κατάφερε να συγκινήσει το κοινό, γιατί στην σύντομη καριέρα της δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να τραγουδά, με ασύγκριτο πάθος και γενναιοδωρία, την ταραχώδη και άτυχη -δυστυχώς-  ζωή της. Μια ζωή που φαίνεται σαν να σημαδεύτηκε από τη μοίρα. Σαν να ήθελε, με αυτό τον τρόπο, να αντισταθμίσει το θείο δώρο της θεσπέσιας φωνής της.

Το πραγματικό της όνομα ήταν Εντίθ Τζιοβάνα Γκασιόν. Πραγματικό παιδί του δρόμου του Παρισιού, άλλωστε γεννήθηκε κάτω από μια λάμπα υγραερίου. Φυσική κόρη ενός περιπλανώμενου ακροβάτη, του Λουί Αλφόνς, και μιας λυρικής τραγουδίστριας των καμπαρέ, γνωστή με το ψευδώνυμο Line Marsa, χάνει τη μητέρα της λίγο μετά τη γέννησή της. Την αναλαμβάνει τον πρώτο καιρό η γιαγιά της και περνά τα πρώτα παιδικά της χρόνια σε έναν οίκο ανοχής. Σε ηλικία τριών ετών, τυφλώνεται από μηνιγγίτιδα και ξαναβρίσκει την όρασή της τέσσερα χρόνια αργότερα, ύστερα από ένα προσκύνημα στην Αγία Θηρεσία, όπως – τουλάχιστον – πιστεύει η ίδια η Εντίθ. Στη συνέχεια, αρχίζει να ακολουθεί και να συνοδεύει τον πατέρα της στις παραστάσεις του.  Εκείνος κάνει το νούμερό του, εκείνη τραγουδά και στο τέλος, μαζεύει από τους θεατές τα κέρματα. Επιθυμία του είναι να την κάνει ακροβάτη, γρήγορα, όμως, καταλαβαίνει πως η κόρη του έχει “όλο το ταλέντο στο λαιμό και καθόλου στο κορμί”, όπως χαρακτηριστικά παραδέχεται ο ίδιος.

Στα 15 της, εγκαταλείπει τον πατέρα της, και φεύγει για να ζήσει στο Παρίσι.Έχοντας ανακαλύψει το θείο δώρο της φωνής της, αρχίζει να τραγουδά στους δρόμους, κυρίως στην Πλας Πιγκάλ, και να μαζεύει χρήμα από τους περαστικούς. Στα 17 της χρόνια, ερωτεύεται και γρήγορα βρίσκεται με ένα μωρό στην αγκαλιά, τη μικρή Μαρσέλ. Δυστυχώς, η κορούλα της “φεύγει” νωρίς. Τραγική σύμπτωση, από μηνιγγίτιδα, στα 2 της χρόνια. Η νεαρή μητέρα της αναγκάστηκε να κάνει πεζοδρόμιο, προκειμένου να μπορέσει να καλύψει τα έξοδα για την κηδεία της…

Το 1935 την ανακαλύπτει ο Λουί Λεπλέ- διευθυντής του πιο κομψού παρισινού καμπαρέ στα Ηλύσια Πεδία. Εκείνος, γοητεύεται από τη φωνή της όταν την ακούει να τραγουδά σε ένα παρισινό δρομάκι το τραγούδι “Σαν ένα σπουργίτι”. Εμπνευσμένος από αυτό, τη βαφτίζει “Mome Piaf” -που στα γαλλικά σημαίνει μικρό σπουργίτι- και υπογράφει συμβόλαιο μαζί της. Με αυτό το επίθετο και με άλλα διάφορα παρατσούκλια, όπως για παράδειγμα το “χαμίνι”, άρχισε να γίνεται γνωστή.

Ένα χρόνο αργότερα, η καριέρα της, η οποία μόλις ξεκινούσε, φαίνεται να απειλείται από το σκάνδαλο της δολοφονίας του μέντορά της, Λεπλέ. Η Εντίθ κατηγορείται ότι εκείνη γνωρίζει το δολοφόνο του αλλά δεν τον καταδίδει. Αρχίζει πάλι να τραγουδάει στους δρόμους και στις εισόδους των σινεμά, μέχρι που συναντά το στιχουργό Ρειμόν Ασό, ο οποίος την ερωτεύεται, γίνεται ιμπρεσάριός της και αποφασίζει να μεταμορφώσει “το χαμίνι” σε πειθαρχημένη επαγγελματία τραγουδίστρια. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Ρειμόν Ασό συμβάλει στην αθώωσή της.

Η καλλιτεχνική παρισινή κοινωνία και το κοινό, λατρεύουν αμέσως την υπέροχη φωνή της και συγκινούνται από την τραγική προσωπική της ιστορία. Οι σπουδαιότεροι συνθέτες και στιχουργοί επιθυμούν να γράψουν τραγούδια για εκείνη. Είναι φανερό πως το άστρο της, ανεβαίνει με ιλλιγιώδη ταχύτητα. Μετά τον πόλεμο, έχει γίνει τόσο διάσημη ώστε να μπορεί να διεκδικήσει το μικρό της όνομα, Εντίθ. Έτσι, το “μικρό σπουργίτι” γίνεται η Εντίθ Πιάφ.

Η φήμη της ξεπερνά τα σύνορα της Γαλλίας και σύντομα άρχιζει να δίνει παραστάσεις στο εξωτερικό και να γοητεύει το κοινό της Ευρώπης και της Αμερικής. Γράφει και η ίδια τραγούδια, όπως το αγαπημένο “La vie en rose”, που γνωρίζει δεκάδες εκτελέσεις, τραγουδιέται σε δώδεκα γλώσσες. Δεν θεωρείται τυχαία, το πιο δημοφιλές τραγούδι του 20ου αιώνα. Καθ’όλη την καριέρα της γράφει περίπου 80 τραγούδια.

Στο άκουσμα των τραγουδιών της, έχω την εντύπωση πως είναι “εδώ”, με εκείνη τη μοναδική της ικανότητα να μετατρέπει ακόμα και τους πιο απλούς στίχους, εξυψώνοντάς τους σε συγκλονιστικές λειτουργίες έρωτα.

Τα περισσότερα ευρέως γνωστά τραγούδια της, έχουν ερμηνευτεί στη μητρική της γλώσσα, τα γαλλικά. Ποιά να πρωτοθυμηθεί κανείς; “La foule”, “Padam padam”, “Non, je ne regrette rien”, “La boheme”, “Milord”, “Hymne a l’amour”, “Les amants d’un jour”...

Η Εντίθ είπε κάποτε : “Νομίζω πως πρέπει να πληρώσεις για την αγάπη με πικρά δάκρυα.” 

Στα 23 της χρόνια είναι ήδη μεγάλη προσωπικότητα και γυρίζει την πρώτη της ταινία που θριαμβεύει. Εμφανίζεται στο θέατρο και παίζει και άλλες αρκετές ταινίες στον κινηματογράφο, από τη δεκαετία του ‘30 μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ‘50. Κάνει έντονη ζωή δίπλα σε αρκετούς συντρόφους.

Ήταν το 1947, όταν  η Εντίθ έζησε μια ερωτική ιστορία που τη σημάδεψε. Σε εμφάνισή της στη Νέα Υόρκη, συναντά το μεγάλο έρωτα της ζωής της. Το βασιλιά του μποξ, Μαρσέλ Σερντάν. Η μεγάλη ερμηνεύτρια είναι για πρώτη φορά πραγματικά ερωτευμένη κι ευτυχισμένη. 

Δυστυχώς, όμως, η μοίρα είχε άλλα σχέδια... Στις 27 Οκτωβρίου του 1949, ο αγαπημένος της σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα. Η Εντίθ, τρέμοντας από θλίψη και συγκίνηση, βγαίνει στη σκηνή ενός night club που εμφανιζόταν κι ανακοινώνει πως αφιερώνει σε εκείνον όλα της τα τραγούδια. Δεν καταφέρνει ποτέ να ξεπεράσει το θάνατό του, βυθίζεται σε κατάθλιψη και εγκαταλείπει για αρκετά χρόνια το τραγούδι. Το 1951 έχει δύο σοβαρά τροχαία ατυχήματα και μετά το δεύτερο, οι γιατροί της συνιστούν μορφίνη, στην οποία εθίζεται. Η Πιάφ πίνει παράλληλα αλκοόλ, χειροτερεύοντας έτσι την κατάστασή της.

Αναζητά τον έρωτα κάνοντας σχέσεις με κατά πολύ νεώτερούς της άντρες. Το 1952, παντρεύεται τον τραγουδιστή Ζακ Πιλ και σε κάποια ρεσιτάλ της συνοδεύεται στο πιάνο από τον νεαρό τότε Ζιλμπέρ Μπεκώ. Καταφέρνει να κάνει εξαιρετικές ηχογραφήσεις παρόλο που οι ουσίες την έχουν καταβάλει. Για δύο χρόνια μένει κλεισμένη σπίτι της σε εξαιρετικά άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Ο πιανίστας Σαρλ Ντιμόν, δεκατέσσερα χρόνια μικρότερός της, την πείθει να ξαναγυρίσει στη σκηνή και γράφει για εκείνη πολλά τραγούδια. Αυτό της δίνει απερίγραπτη ενέργεια. Όταν χωρίζουν,η Πιάφ, τραγουδά για εκείνον, στο “Ολυμπιά”, το τραγούδι που έμελλε να γίνει μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της. Το “Non, je ne regrette rien.” Το 1958, ζει μια ακόμα έντονη σχέση με τον συνθέτη Ζωρζ Μουστακί. Εκείνος συνθέτει για την Εντίθ το τραγούδι “Milord” που κυκλοφορεί το 1960 και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία.

Λίγο καιρό αργότερα, κατά τη διάρκεια ενός κοντσέρτου της στη Νέα Υόρκη, η μεγάλη ερμηνεύτρια καταρρέει.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, αφού και πάλι καταρρέει πάνω στη σκηνή, γίνεται διάγνωση πως έχει ανίατο καρκίνο. Αυτό όμως, δεν την πτοεί και συνεχίζει τις περιοδείες της, συνοδευόμενη από μια νοσοκόμα που της χορηγεί μορφίνη για τους πόνους. Ο τελευταίος σύντροφος της ζωής της ήταν ο ελληνικής καταγωγής Θεοφάνης Λαμπούκας, γνωστός με το ψευδώνυμο Τεό Σαραπό, τον οποίο παντρεύεται στις 9 Οκτωβρίου 1962. Εκείνη 46 κι εκείνος 26. Τη συγκεκριμένη χρονιά, παίρνει το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας Charles Crocs για το σύνολο της καριέρας της.


“Το να τραγουδάς σημαίνει να ζωντανεύεις κάτι. ”έλεγε.

Το τραγούδι ήταν λόγος ύπαρξής για την Εντίθ και τραγουδά μέχρι το τέλος, τσακισμένη από την αρρώστια και παραμορφωμένη από το ποτό και τα ναρκωτικά. Δίνει την τελευταία της παράσταση το Φεβρουάριο του 1963, στο παρισινό θέατρο “Bobino”. Φεύγει από τη ζωή, στις 10 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου. Την ίδια μέρα με το φίλο της Ζαν Κοκτό. Μόλις στα 48 της χρόνια. H “σωρός” της μεταφέρεται στο Παρίσι, στη “δική της πόλη”, όπως έλεγε. Δύο εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως γυναίκες, παρακολουθούν την κηδεία της σπουδαίας ερμηνεύτριας. Μπορεί να έφυγε φτωχή με πολλά χρέη στο σύζυγό της, άφησε όμως και μεγάλη ιστορία. Ηχογράφησε πάνω από 200 τραγούδια και σ συμμετείχε στην προώθηση καλλιτεχνών. Ανάμεσά τους, Σαρλ Αζναβούρ, Ζιλμπέρ Μπεκώ, Έντι Κονσταντέν, Υβ Μοντάν, Ζωρζ Μουστακί, Ζακ Πιλ.

“Η γυναίκα του αιώνα”, όπως έχει πολλές φορές ψηφιστεί στη Γαλλία, η γυναίκα με τη βαθιά ερμηνευτική της ευαισθησία και τη δραματική φωνή, η εύθραστη “mome Piaf” -το σπουργιτάκι- όπως την έλεγαν, έγινε μια ντίβα του γαλλικού τραγουδιού. Μπορεί να μην έζησε μια “ζωή σαν τριαντάφυλλο», αλλά «δεν μετάνιωσε για τίποτα» . Πριν από  53 χρόνια, η σπαρακτική φωνή της περνά στο πάνθεον των αθανάτων…Είναι η Εντίθ Πιάφ…