29 Μαΐου 2019

29 Μαΐου 1453 | Η Άλωση της Πόλης που άλλαξε τον κόσμο

Πεντακόσια εξήντα πέντε χρόνια έχουν περάσει, από εκείνη την αυγή, που η Βασιλεύουσα του Βυζαντίου-της πιο μεγάλης σε διάρκεια Αυτοκρατορίας- η Κωνσταντινούπολη έπεφτε, αλλάζοντας την πορεία της Ιστορίας, για πάντα…Από τον Άρη Τερζόπουλο
Πεντακόσια εξήντα πέντε χρόνια έχουν περάσει, από εκείνη την αυγή, που η Βασιλεύουσα του Βυζαντίου-της πιο μεγάλης σε διάρκεια Αυτοκρατορίας- η Κωνσταντινούπολη έπεφτε, αλλάζοντας την πορεία της Ιστορίας, για πάντα…Από τον Άρη Τερζόπουλο

29 Μαΐου 1453 | Η Άλωση της Πόλης που άλλαξε τον κόσμο

Πεντακόσια εξήντα πέντε χρόνια έχουν περάσει, από εκείνη την αυγή, που η Βασιλεύουσα του Βυζαντίου-της πιο μεγάλης σε διάρκεια Αυτοκρατορίας- η Κωνσταντινούπολη έπεφτε, αλλάζοντας την πορεία της Ιστορίας, για πάντα…Από τον Άρη Τερζόπουλο

Εκείνο το πρωινό της 12ης Μαρτίου του 1449, το σιγανό αεράκι έκανε τα νερά του Βοσπόρου, ν’ ανατριχιάζουν κάτω από τον καταγάλανο ουρανό. Ο Κωνσταντίνος Δραγάσης Παλαιολόγος, φορώντας την επίσημη φορεσιά του, βρισκόταν στην κουπαστή από νωρίς, πριν ακόμη βγει ο ήλιος.

Τώρα, καθώς οι ακτίνες του περνούσαν πάνω από τα βουνά της Ανατολίας , άρχισαν να φωτίζουν  τη Βασιλεύουσα που ξυπνούσε από τον ύπνο της. Και από αυτήν ακόμη την απόσταση μπορούσε να δει τον τρούλο της Αγίας-Σοφιάς να λούζεται στο φως και μετά, σαν να ήθελε να αποκαλύψει αυτό το αριστούργημα που άντεχε στις φθορές του χρόνου και της ιστορίας, το φως άρχισε να κατεβαίνει προς τα κάτω, αποκαλύπτοντας τους χαμηλότερους τρούλους και τους κάθετους πύργους που στήριζαν το οικοδόμημα.

Μετά, το φως πήγε παρακάτω, στο άλσος που τριγύριζε τη μεγάλη εκκλησία και μετά παρακάτω στα σπίτια της Πόλης για να φτάσει, στο τέλος, στο τείχος, πριν πέσει στα νερά του Βοσπόρου. Από αυτήν την απόσταση, και τυλιγμένη με το καθαρό φως του λαμπρού ήλιου, η Κωνσταντινούπολη  έμοιαζε σαν να ξαναζούσε τις παλιές στιγμές της δόξας της. Μια δόξα που είχε αντέξει χίλια χρόνια. Καθώς ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έβλεπε την πόλη του, την Πόλη, να ξεπροβάλλει μέσα στο φως του ήλιου, δεν μπόρεσε να μη σκιρτήσει. Αυτός ο τόπος, που ύστερα από τέσσερα χρόνια και εβδομήντα εννιά μέρες θα γινόταν ο τάφος που θα τον ανέβαζε στον θρύλο, έμοιαζε σαν να έχει κάτι μαγικό, σαν ένα βασίλειο, που στεκόταν ανάμεσα στη γη και στον ουρανό.  Έτσι, τυλιγμένη στην πρωινή αχλή, η Βασιλεύουσα έμοιαζε σαν να έστεκε ακόμη άφθαρτη, σαν να ήταν ακόμη η καρδιά και το κεφάλι της μεγάλης αυτοκρατορίας που κάποτε έφτανε ως τα πέρατα του γνωστού κόσμου. Ο Παλαιολόγος, όμως, δεν έτρεφε αυταπάτες και ήξερε ότι αυτό που έβλεπε μπροστά του δεν ήταν παρά μόνο η δική του επιθυμία να ξαναδεί την Πόλη να βασιλεύει στους κόσμους. Καθώς όμως το πλοίο πλησίαζε στο λιμάνι, και να ήθελε να διατηρήσει τις αυταπάτες  του δεν θα μπορούσε. Το φως του ήλιου που ανέβαινε έμοιαζε τώρα με το ανελέητο μάτι της πραγματικότητας. Δεμένα στον μώλο με αλυσίδες σκουριασμένες, τα πέντε-έξι σαπιοκάραβα που βρίσκονταν εκεί έμοιαζαν με αξιοθρήνητα φαντάσματα αυτού που κάποτε αποτελούσε τον βυζαντινό στόλο, τη μεγάλη δύναμη της Αυτοκρατορίας. Τα τρία καταλανικά πλοία που μετέφεραν τον Παλαιολόγο και την ακολουθία του στην Πόλη, έδεσαν στο λιμάνι. Τα πλήθη που είχαν ήδη μαζευτεί εκεί, άρχοντες και φτωχολογιά μαζί, κρατώντας άσπρες λαμπάδες στα χέρια, άρχισαν να ραίουν με λευκά άνθη τον Κωνσταντίνο που είχε πάρει τον δρόμο για το παλάτι των Βλαχέρνων. Και τα ίδια τα πλήθη για μια στιγμή αναθάρρησαν, καθώς είδαν αυτό τον περήφανο και ευγενικό άρχοντα να περνά ανάμεσά τους. Σημαδεμένος από τη μοίρα έμοιαζε ο Παλαιολόγος, και σημειωμένος από τη μοίρα ήταν. Αλλά κανείς δεν ήξερε ακόμη με ποιον τρόπο η μοίρα είχε γράψει το πεπρωμένο του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου.

O Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου

Όταν ο Παλαιολόγος έφτασε στην Πόλη, για να γίνει ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου στην πραγματικότητα το Βυζάντιο δεν υπήρχε πια. Το μόνο που είχε μείνει  από την πιο μακρόχρονη, ίσως, αυτοκρατορία του κόσμου, δεν ήταν παρά αυτό το μικρό κομμάτι γης που περικλειόταν από τα τείχη της Βασιλεύουσας. Χίλια χρόνια ιστορίας είχαν καταφέρει να συμπιεστούν μέσα σε λίγα τετραγωνικά χιλιόμετρα, όσα χωρούσαν σ’ αυτό το τριγωνικό, σαν κέρας σχήμα που ήταν η Κωνσταντινούπολη. Ξεκινώντας από τις άκρες της θρακικής πεδιάδας, που εκτεινόταν στα δυτικά της, η Πόλη ειχωρούσε  σαν ένα τριγωνικό κέρας στο Βόσπορο. Στην κάπως πεπλατυσμένη ανατολική άκρη αυτού του τριγώνου βρισκόταν η Αγια-Σοφιά, το παλιό ιερό Παλάτι και το λιμάνι του Βουκολέοντος.

Στο βορεινό μέρος της Πόλης βρισκόταν ο Κεράτιος Κόλπος,  μια κλειστή θάλασσα, που αποτελούσε και κάτι σαν φυσικό τείχος για τους εισβολείς που θα απειλούσαν την Πόλης από τον βορρά. Η πίσω μεριά του τρίγωνου καλύπτονταν από το φημισμένο τείχος της Πόλης, ένα θαύμα αμυντικής στρατηγικής για την εποχή εκείνη. Κοντά στην βόρεια άκρη του τείχους βρισκόταν το Παλάτι των Βλαχερνών. Λίγο πιο νότια βρισκόταν μια μάλλον μικρή και ασήμαντη πόρτα ανάμεσα στο έσω και στο έξω τείχος, μια πόρτα που θα σημάδευε τον θάνατό της Πόλης και την ιστορία. Η Κερκόπορτα. Λίγο πιο νότια ακόμη μια άλλη πύλη της μοίρας απ’ όπου οι γενναίοι θα περνούσαν προς την αθανασία. Η Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Στην νότια άκρη του τείχους βρισκόταν η Χρυσή Πύλη. Όλο το υπόλοιπο μέρος της Πόλης, που λουζόταν από τη θάλασσα, καλύπτονταν από ένα μικρότερο αλλά ανθεκτικό τείχος.

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε, στην πραγματικότητα, καταλυθεί σχεδόν διακόσια πενήντα χρόνια νωρίτερα, το 1204, όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Φράγκων της Τέταρτης  Σταυροφορίας. Η Κωνσταντινούπολη έμεινε στα χέρια των Φράγκων πενήντα επτά ολόκληρα χρόνια. Στη διάρκεια αυτής της λατινικής κατοχής δεν λεηλατήθηκε μόνο η Πόλη από άκρου σε άκρο, αλλά διαλύθηκε και η ραχοκοκαλιά της Αυτοκρατορίας. Για τον τότε κόσμο, η διπολικότητα  εκφραζόταν από το Βυζάντιο και από τον παπικό καθολικισμό ή τη Δύση γενικότερα. Το 1204, για τη Δύση η πραγματική απειλή δεν ήταν ακόμη το Ισλάμ, αλλά η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Παρόλο που οι Σταυροφορίες είχαν στόχο την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων, το Βυζάντιο δεν είχε πάψει να είναι ο μεγάλος αντίπαλος. Όταν , το 1261, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος επέστρεψε από την εξορία σον θρόνο της Βασιλεύουσας, τίποτα δεν θύμιζε το παλιό μεγαλείο. Η Αγια-Σοφιά, αλλά και όλες οι εκκλησίες της Πόλης είχαν καταληστευθεί και οι αμύθητοι θησαυροί  τους είχαν μεταφερθεί στα πατάρια του Αγίου Μάρκου. Αλλά το χειρότερο και το κυριότερο, η Αυτοκρατορία του Βυζαντίου είχε πάψει να είναι η κοσμοκράτειρα της χριστιανικής  Ανατολής. Το κενό που είχε αφήσει η σπασμένη ραχοκοκαλιά του Βυζαντίου είχαν έρθει να το καλύψουν καινούργιες, φιλόδοξες ηγεμονίες.

Στα ανατολικά, η ηγεμονία της Τραπεζούντας θησαύριζε από τα μεταλλεία του αργύρου και τους δρόμους των καραβανιών της Ασίας. Στην Ήπειρο είχε ξεπροβάλλει το δεσποτάτο του Οίκου των Αγγέλων. Η Βουλγαρία και η Σερβία, αν και προσηλυτισμένες στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, έπαιρναν τον δικό τους, ξεχωριστό δρόμο. Αλλά και η ίδια η αυτοκρατορία είχε διαμελιστεί σε ανταγωνιστικά μικρά δεσποτάτα, τα περισσότερα από τα οποία βρίσκονταν σε ελληνικά εδάφη.
Οι καινούργιοι άνεμοι που έπνεαν σε Ανατολή και Δύση είχαν ήδη δημιουργήσει τις βάσεις ενός καινούργιου κόσμου. Και σ’ αυτόν τον καινούργιο κόσμο η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν θα εύρισκε ποτέ την παλιά της θέση. Η πορεία που θα οδηγούσε στη μοιραία νύχτα της 29ης Μαΐου 1453 δεν ήταν πια αναστρέψιμη. Το τέλος του δέκατου τρίτου αιώνα βρήκε την Αυτοκρατορία κουρασμένη και εξαντλημένη οικονομικά.

Τα χρήματα, που δεν έφταναν πια για να καλυφθούν οι βασικές ανάγκες, δεν έφταναν πολύ περισσότερο για να πληρωθούν οι παραμεθόριες φρουρές. Όταν οι μακρινές πολεμικές φυλές της Ανατολής άρχισαν να κινούνται μαζικά προς τα δυτικά, αυτό που συναντούσαν ήταν άδεια ακριτικά φυλάκια και εγκαταλελειμμένα φρούρια. Ανάμεσα σ’ αυτές τις φυλές της Ανατολής, οι πιο φιλόδοξες ήταν εκείνες που είχαν ανακηρυχτεί υπερασπιστές της πίστης του Μωάμεθ. Οι Γαζήδες, όπως ονομάζονταν μπορούσαν να προελαύνουν ανενόχλητοι. Ο θεματοφύλακας της χριστιανικής πίστης, το Βυζάντιο, που ως τότε απέκρουε όλες τις προελάσεις της Ανατολής, ήταν πια ένας αποκαμωμένος γίγας. Ένα καινούργιο κεφάλαιο είχε αρχίσει να γράφεται για την παγκόσμια ιστορία.

Εκείνες τις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου τρίτου αιώνα, δημιουργήθηκε ένα μικρό εμιράτο ανατολικά του βιθυνικού Ολύμπου. Ιδρυτής ήταν κάποιος φύλαρχος Ερτογρούλ, που πέθανε το 1281 και τον διαδέχθηκε ο γιος του Οσμάν, αυτός που ίδρυσε τη δυναστεία των Οσμανλήδων ή Οθωμανών, και το 1301 έφερε εκεί, στις πλαγιές του βιθυνικού Ολύμπου, τους πρώτους αποίκους, τον πρώτο πυρήνα του λαού του, που τον γαλούχησε με θρύλους.Ο Οσμάν, που είχε μεγάλες ηγετικές ικανότητες, όπως όλοι οι γόνοι πρωτόγονων φυλάρχων, κατέκτησε τη βιθυνική Προύσα και την έκαμε πρωτεύουσά του.Μετέφερε εκεί τους τάφους των προγόνων  του και την ονόμασε ιερή πόλη. Και ενώ η αυτοκρατορία σπαρασσόταν από εσωτερικές διαμάχες, οι Οσμανλήδες έβρισκαν ευκαιρία και άρπαζαν πόλεις και εδάφη, για να σταθεροποιήσουν τη θέση τους. Προχώρησαν ακάθεκτοι μέχρι το Αιγαίο και, το 1308, κατέλαβαν την τελευταία ελληνική πόλη στη μικρασιατική πλευρά, την Έφεσο, που ήτανε προπύργιο του Χριστιανισμού.

Το κατακτητικό έργο του Οσμάν συνέχισε ο γιος του, ο τρομερός Ορχάν. Εκμεταλλεύτηκε τον πρώτο εμφύλιο πόλεμο της αυτοκρατορίας, που ξέσπασε ανάμεσα στους Ανδρόνικους, παππού και εγγονό, και σχεδόν χωρίς αντίσταση κατέκτησε την πανέμορφη ιστορική πόλη Νίκαια, για να προχωρήσει στον επόμενο στόχο του, τη σημαντική από την αρχαιότητα Νικομήδεια. Εννέα χρόνους του αντιστάθηκε με πείσμα. Όμως, αβοήθητη καθώς ήταν από τη σπαρασσόμενη  αυτοκρατορία, παραδόθηκε όταν ο Ορχάν απέκλεισε το στενό του κόλπου της. Και μεθυσμένος από τις κατακτήσεις του, έγραψε σε επιγραφή, στην Προύσα: «Σουλτάνος, γιος σουλτάνου, γαζής, γιος γαζήδων, μαργκράβος κατακτητής των οριζόντων, ήρωας της οικουμένης».

Εκείνες τις κρίσιμες δεκαετίες, αντί να ισχυροποιηθεί η αυτοκρατορία και να διώξει από τα εδάφη της τον νέο κατακτητή, σπαρασσόταν από καινούργιο εμφύλιο πόλεμο. Αυτήν την φορά ήταν μεταξύ του Ιωάννη Καντακουζηνού και των αντιβασιλέων του επτάχρονου Ιωάννη Παλαιολόγου του Ε’. Σε τέτοιο βαθμό είχε φτάσει η πολιτική και ηθική κατάπτωση, που ο Ιωάννης Καντακουζηνός, που είχε στεφθεί αυτοκράτορας στο Διδυμότειχο, δεν δίστασε να ζητήσει υποστήριξη από τον Ορχάν, τον εχθρό του, που με μεγάλη προθυμία του την πρόσφερε και τον επανέφερε στον θρόνο. Ο Καντακουζηνός, για να τον ευχαριστήσει, του έστειλε δώρο την κόρη του Θεοδώρα. Σε αντάλλαγμα, ο Ορχάν του έστειλε έξι χιλιάδες Μικρασιάτες μισθοφόρους, από τους οποίους, ύστερα από τον εμφύλιο, κανείς δεν επέστρεψε στον τόπο του. Έμειναν όλοι στη Θράκη, όπου έφεραν και τις οικογένειές τους.

Σαν να μην έφταναν τα τόσα θλιβερά προβλήματα της εξασθενημένης αυτοκρατορίας προστέθηκε και ο Μαύρος Θάνατος, όπως ονόμασαν τότε, το 1347, τη βουβωνική πανώλη, που θέρισε το ένα τρίτο του πληθυσμού της. 

Ύστερα, ήρθε και ο μεγάλος σεισμός να καταφέρει νέο πλήγμα στη χειμαζόμενη Βασιλεύουσα και να ρίξει πιο χαμηλά το ηθικό της, αφού κανείς δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τη συμφορά. Και ούτε φίλη χώρα υπήρχε να στείλει βοήθεια.
Έτσι τα στρατεύματα του νέου κατακτητή, με αρχηγό τον φιλόδοξο και σκληρό Σουλεϊμάν, τώρα, γιο του Ορχάν, καραδοκούσαν άγρυπνα, σαν τους πεινασμένους γύπες. Και άρπαξαν την εγκαταλειμμένη από τον σεισμό Καλλίπολη, έτσι ανοχύρωτη και ανυπεράσπιστη, να περάσει στα χέρια τους.Και ούτε είχαν τη δυνατότητα να αντισταθούν. Το ένα λάθος φέρνει το άλλο. Και η συμφορά, όταν της ανοίξεις το δρόμο, δεν σε ξεχνά. Απασχολημένη με τις εσωτερικές έριδες, η πολιτική ηγεσία της Βασιλεύουσας επέτρεψε στον εχθρό να προχωρήσει ανενόχλητος και σε άλλες ευρωπαϊκές  κτήσεις. Το 1354 κατέλαβε την Τυρολόη και , λίγο μετά, το Διδυμότειχο, ενώ παράλληλα πολιορκούσε την Αδριανούπολη, αυτήν την σπουδαία πόλη-κλειδί, που είχε τον έλεγχο των χερσαίων δρόμων της αυτοκρατορίας.

Ο Μουράτ  Α’, γιος του Ορχάν και της Ελληνίδας Νίληφερ, που θα πει Κρίνο των Νερών, κόρης ακρίτα άρχοντα, συνέχισε το κατακτητικό έργο του πατέρα του. Κατέλαβε τη Φιλιππούπολη, αποκόβοντας έτσι τον δρόμο της Βασιλεύουσας προς τη Δύση, και το 1369 έγινε, επιτέλους, κυρίαρχος της Ανδριανούπολης, που την έκαμε νέα πρωτεύουσα του ανερχόμενου σουλτάνου. Οι πόλεις που κατακτούσε εξισλαμίζονταν ευθύς, με τρόπο άγριο. Οι χριστιανοί έχαναν όλα τα δικαιώματά τους. Το ένα πέμπτο του πληθυσμού μπορούσαν να το πουλήσουν ως δούλους, τους άντρες τους έστελναν στις εργασίες των κτημάτων και τα παιδιά τα εκπαίδευαν στο στρατό. Ο Ιωάννης Παλαιολόγος θα έπρεπε να είχε εμποδίσει με κάθε τρόπο τον Μουράτ να μπει στην Ανδριανούπολη.
Όμως, αντί να τρέξει με τον στρατό του να πολεμήσει, ταξίδεψε στη Δύση, να πείσει τους χριστιανούς ηγεμόνες να αναχαιτίσουν τη λαίλαπα των Οσμανλήδων. Ήταν μια μάταιη και λανθασμένη κίνηση. Οι άνθρωποι των βασιλικών αυλών εθαύμασαν τις άσπιλες λευκές ενδυμασίες του ίδιου και των αυλικών του, εθαύμασαν το υψηλό πνεύμα του, όμως δεν του έδωσαν ούτε την ελάχιστη υπόσχεση βοήθειας. Και όταν επέστρεψε, το 1402, βρήκε τον σουλτάνο να βαδίζει εναντίον της Βασιλεύουσας. Ήταν ο Βαγιαζίτ ο Κεραυνός, που ονειρευόταν να κατακτήσει τη Βασιλίδα.

Σύμμαχος της διαμελιζόμενης αυτοκρατορίας και εκδικητής των απογόνων του Οσμάν ερχόταν ασυγκράτητος, σαν σαρωτική λαίλαπα, ο Τάταρος Τιμούρ, ο τρομερός Ταμερλάνος. Μόλις ο Βαγιαζίτ το πληροφορήθηκε, έλυσε την πολιορκία της Βασιλεύουσας και ετοίμασε τα στρατεύματά του, για να τον αντιμετωπίσει. Αλλά χωρίς επιτυχία. Ο Τιμούρ τον υποχρέωσε να επιστρέψει αρκετές από τις κατακτήσεις του στην αυτοκρατορία και τον παγίδευσε στο οροπέδιο της Άγκυρας. Εκεί τον αφάνισε. Τον Ιούλιο του 1402 ο Βαγιαζίτ βρισκόταν αιχμάλωτος και κατεστραμμένος. Η ήττα εκείνη θα μπορούσε να σημάνει και το τέλος του σουλτάνου. Όμως, η αυτοκρατορία δεν είχε τη δύναμη να το σπρώξει στον αφανισμό του. Και το σουλτανάτο ύστερο από το πρόσκαιρο ακρωτηριασμό, ξεπέρασε τα τραύματά του. Ο Μωάμεθ Α’ ανακηρύχθηκε σουλτάνος το 1413 και με εξαιρετική διπλωματία αναδιοργάνωσε το πληγωμένο κράτος του. Ήταν φιλειρηνικός και συνετός άνθρωπος, χαρίσματα που τα είχε και ο γιος του Μουράτ Β’, που έγινε, αλίμονο, και ο Πορθητής.Ουσιαστικά, από το 1204 αρχίζει η κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αυτής της πανίσχυρης κοσμοκράτειρας με την ελληνική γλώσσα και την ελληνική συνείδηση, που επί έντεκα αιώνες, για την ακρίβεια 1.123 χρόνια και δεκαεννέα ημέρες από την ίδρυσή της ως χριστιανικής πρωτεύουσας της οικουμένης (στις 11 Μαϊου του 330 ιδρύθηκε), κυριάρχησε απόρθητη σε Ανατολή και Δύση, έγινε ο βράχος και το προπύργιο του Χριστιανισμού, όπου συντρίβονταν τα μανιασμένα κύματα του Ισλάμ.Ύστερα, από το 1204 ακολούθησαν τα «αμαρτήματα», όπως τα ονομάζει ο Γεώργιος Φραντζής, αυτά τα λάθη των αυτοκρατόρων, από αδυναμίες, φιλοδοξίες και εσωτερικούς σπαραγμούς, που εξασθένισαν ακόμη περισσότερο την οδήγησαν στον τελικό, σχεδόν αναπόφευκτο πια, χαμό της. Η αυτοκρατορία κουβαλούσε μέσα της μιαν αλυσίδα θανάτων απαράγραπτων, που είχαν υπογράψει, πολύ πριν, τον δικό της θάνατο. Ήταν αυτά τα λάθη που γίνονται χωρίς να διδάσκουν. Γιατί η ιστορία δεν διδάσκει. Μόνον η συνείδηση διδάσκει. Και έτσι, από κοσμοκράτειρα, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η απόρθητη και θεοφύλακτη, απόμεινε σώμα ισχνό, συρρικνωμένο, το αξιοθρήνητο τρίγωνο της βοσπόριας άκρης, η κεφαλή του διαμελισμένου γίγαντα. Η τύχη της Πόλης ήταν ήδη προδιαγεγραμμένη. Εκτός και αν ξεσήκωνε η Δύση τις δυνάμεις της ,οι χριστιανοί ηγεμόνες. Ίσως έτσι ο Μωάμεθ να αναγκαζόταν να φύγει, επιστρέφοντας ίσως και κάποιες από τις πανέμορφες χριστιανικές πόλεις που στέναζαν εξισλαμιζόμενες με απίστευτη αγριότητα. Θα ήταν μια νίκη της χριστιανοσύνης. Μια δόξα της οικουμένης. Όμως η δύση δεν ανταποκρίθηκε. Έκρυψε το πρόσωπο της στη σιωπή.Και στην ντροπή.

Τον Φεβρουάριο του 1451 έφτασε η είδηση ότι ο Μουράτ, Ο αμοιράς του ολοένα ανερχόμενου σουλτανάτου, πέθανε και τον διαδέχτηκε ο γιός του Μωάμεθ Β΄, ούτε είκοσι ενός χρονών, σκληρός και φιλόδοξος. Η πρώτη του κίνηση ήταν να πνίξει στο μπάνιο τον αδερφό του, που ήταν νήπιο.

O Μωάμεθ Β΄, ο επονομαζόμενος Πορθητής

Οι πρώτες κινήσεις του νεαρού σουλτάνου ήταν εχθρικές. Έχτισε ένα τεράστιο φρούριο στο στενότερο σημείο του Βοσπόρου , το Ρούμελη Χισάρ, το έχτισε ,μάλιστα , από την ευρωπαϊκή πλευρά, πάνω στα βυζαντινά εδάφη , ενώ δεν είχε το δικαίωμα .Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ,με τη διορατική του ματιά και την έμπειρη πολεμική γνώση του ,μάντεψε τις κατακτητικές προθέσεις του Μωάμεθ. Και ευθύς έστειλε πρέσβεις προς όλες τις χριστιανικές ηγεμονίες του τότε κόσμου ,στους αδελφούς του, τον Ιωάννη και τον Θωμά, δεσπότες  της Πελοποννήσου , στον πάπα Νικόλαο Ε, ιδιαίτερα σε αυτόν και στην ηγεμονία της Βενετίας.Όλοι υπόσχονταν και διαβεβαίωναν. Και όλοι ζητούσαν τα ανταλλάγματα τους. Όμως στο τέλος δεν έστειλαν ούτε έναν στρατιώτη. Ο πάπας και η Βενετία απαιτούσαν να γίνει η ένωση των Εκκλησιών ,όπως είχε ψηφιστεί στη Φλωρεντία ,στις 6 Ιουλίου 1439. Αυτό δημιούργησε μεγάλη διχόνοια στους κατοίκους της Πόλης . Οι ανθενωτικοί ,με αρχηγό τον Γεννάδιο ,αντιδρούσαν έντονα –καθώς και ο Λουκάς Νοταράς.Ο Πάπας στέλνει τον καρδινάλιο Ισίδωρο με διακόσιους παπικούς και στις 12 Δεκεμβρίου ,ανήμερα του Αγίου Σπυρίδωνος, έγινε στην Αγιά-Σοφιά η ένωση μέσα σε μεγάλο θρήνο του λαού. Ο αυτοκράτορας , όμως, ελπίζοντας στη βοήθεια, είπε «Κανείς δεν μπορεί να με εμποδίσει να κάμω όλες τις θυσίες για να σώσω την Πόλη μου».

Ιούνιος του 1452 το φρούριο Ρούμελη Χισάρ τελειώνει και ο Μωάμεθ δίνει εντολή να καταπατούν τους αγρούς των Βυζαντινών ,που ήταν στις γύρω πόλεις του Βοσπόρου , και να παλουκώνουν με αγριότητα όσους φέρουν αντίσταση. Στέναξαν οι γύρω πόλεις, αυτές με την από τρεις χιλιάδες χρόνια ελληνική λαλιά, οι πόλεις οι ελληνικές ,οι ευγενικές, η Πέρινθος , η Αγχίαλος, οι Επιβάτες, οι Επισκοπές , η Μεσημβρία. Τα επεισόδια αυτά ήταν η αρχή του πολέμου. Για την ακρίβεια , η απόφαση του πολέμου πάρθηκε τη μέρα που ο Μωάμεθ σκότωσε τους δύο πρέσβεις που είχε στείλει ο αυτοκράτορας να μεσιτεύσουν για ειρήνευση…

«Κλείω τας πύλας της πόλεώς μου», είπε αποφασισμένος ο αυτοκράτορας, και άρχισε την προετοιμασία του πολέμου. Έστειλε τον Γεώργιο Φραντζή να καταγράψει πόσους πολεμιστές διέθεταν. Ο αριθμός ήταν οικτρός, 4.937 ,συν δύο χιλιάδες οι ξένοι ,ήταν όλοι και όλοι οι μάχιμοι. Τη στιγμή που στο στρατόπεδο του Μωάμεθ υπήρχαν διακόσιες πενήντα οκτώ χιλιάδες μάχιμοι – άλλοι χρονογράφοι είπαν για τετρακόσιες χιλιάδες συν τα πληρώματα των τετρακοσίων είκοσι πλοίων του. Ενώ στο λιμάνι του Κεράτιου υπήρχαν μόνον εννέα πλοία. Η αυτοκρατορική ναυαρχίδα και κάποια βενετικά και γενοβέζικα που βρέθηκαν εκεί τις μέρες εκείνες.Στις 2 Απριλίου , την επόμενη του Πάσχα, όλος αυτός ο σερνάμενος όγκος του στρατού του Μωάμεθ στρατοπέδευε έξω από τα τείχη του Αγίου Ρωμανού ,στην κοιλάδα του ποταμού Λύκου ,στη θρακική πεδιάδα, ενώ παράλληλα κατέπλεαν και τα τετρακόσια πλοία του στόλου, άλλα κατέβαιναν από τον Βόσπορο και άλλα ανέβαιναν από τα Δαρδανέλια , διασχίζοντας  τη Θάλασσα του Μαρμαρά. Την ίδια μέρα, ο αυτοκράτορας έδεσε την αλυσίδα στον Κεράτιο και έχτισε από μέσα όλες τις στρατιωτικές πύλες, διανέμοντας, παράλληλα, τους υπερασπιστές στα επίμαχα σημεία των τειχών.Και εδώ, θα πρέπει να αναφέρουμε, για την τιμή που τους αξίζει, ότι, εκτός από κάποιους προδότες Γενοβέζους, όλοι όσοι βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, Βενετοί, Καταλανοί και Γενοβέζοι, ο καρδινάλιος Ισίδωρος, ο Γενοβέζος ήρωας Ιωάννης Ιουστινιάνης με τους επτακόσιους άνδρες του, που ήρθε οικειοθελώς να πολεμήσει «για την τιμή της χριστιανοσύνης», όπως είπε, «και την τιμή της χριστιανοσύνης», όπως είπε, «και την τιμή του κόσμου», όλοι πολέμησαν με πραγματική αυτοθυσία πλάι στον αυτοκράτορα και έδωσαν τη ζωή τους στον υπεράνθρωπο αγώνα.

Από ένα σημείο και μετά, ο αγώνας των υπερασπιστών της Πόλης μοιάζει να ξεφεύγει  από τον χώρο της ιστορίας και να περνά στον χώρο του θρύλου. Ήταν οι ίδιες οι μέρες που άρχισαν να εμφανίζονται τα σημάδια από τις παλιές προφητείες που προμήνυαν το τέλος. Όπως η προφητεία που έλεγε ότι η Πόλη θα πέσει μόνον όταν η σελήνη «καίτοι γεμάτοι, φανεί λειψή  στο δίσκο της». Και οι σελήνη χάθηκε, 24 Μαϊου, ημέρα της πανσελήνου, γεμίζοντας τρόμο στις καρδιές των ανθρώπων που γνώριζαν τη προφητεία. Ή, όπως «το φως το εξ ουρανού», που το αναφέρει ο ίδιος ο Φραντζής: «Φως αστράπτον, γράφει, καταβαίνον εξ ουρανού και δι’όλης της νυκτός έσκεπεν αυτής…».

Το φως αυτό φάνηκε για πρώτη φορά τη Μεγάλη Παρασκευή, 30 Μαρτίου, στη λιτάνευση του επιταφίου. Την ημέρα εκείνη, η στρατιά του Μωάμεθ είχε κατέβει ήδη στους λόφους, πίσω από τον Βόσπορο, και προχωρούσε σερνάμενη προς τη θρακική πεδιάδα.

Λοιπόν, εκείνο το βράδυ φάνηκε στον ουρανό το παράξενο φως. Άπλωσε της αχτίδες του πάνω στη Βασιλεύουσα,  σαν να την εσκέπε, και ύστερα στάθηκε πάνω από την Αγια-Σοφιά.  Όλη νύχτα. Και αυτό συνεχίστηκε όλες τις μέρες της πολιορκίας. Έως τις 26 Μαΐου, ημέρα Σάββατο. Το φως κατέβηκε πάλι την ίδια ώρα, στάθηκε πάνω από την Πόλη και πάνω από την Αγια-Σοφιά και ύστερα διασκορπίστηκε αργά και χάθηκε, Και σκότος μέγα κάλυψε τα πάντα. Και τρόμος μέγας γέμισε τις ψυχές.

Τη νύχτα εκείνη, πριν διασκορπιστεί το φως, ο Μωάμεθ είχε σχεδόν πάρει την απόφαση να λύσει την πολιορκία και να φύγει, αφού επί πενήντα τρεις ημέρες σκληρών αγώνων με τίποτα δεν μπόρεσε να κάμψει τους υπερασπιστές της Πόλης. Όμως, πάνω απ’ όλα, ο Μωάμεθ φοβόταν το φως. Το θαύμα. Εκείνο το βράδυ, στις 26 Μαΐου, είχε καλέσει όλους τους προφήτες του, να του δώσουν εξήγηση τι σημαίνει αυτό το φως. Ο Γεώργιος Φραντζής γράφει ότι ο Μωάμεθ σκεφτόταν: «Επί την αύριον εγερθήναι και την πολιορκίαν λύσαι».

Όμως, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που έπαιρναν την απόφαση να λύσουν την πολιορκία και να φύγουν, κοιτάζουν προς τον ουρανό και το φως διασκορπίζονταν, αργά, χάνονταν και σκότος εκάλυπτε τη Πόλη. Μικρές λεπτομέρειες καμία φορά κινούν τα νήματα της ιστορίας. Μοιάζουν ασήμαντες όμως παίζουν καθοριστικό ρόλο και στη προκειμένη περίπτωση, οι λεπτομέρειες αυτές ήταν σημάδια θεϊκά , σημάδια μεταφυσικά, ανεξιχνίαστα, σημάδια του μυστηρίου μέχρι σήμερα ανερμήνευτα. Όπως όταν, χωρίς καμία αιτία, έπεσε στις λάσπες η μεγάλη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας, «στην πάνδημη λιτανεία», όπως γράφει ο Κριτόβουλος. Και κανείς δεν μπορούσε να τη σηκώσει, σαν να την τραβούσε η γη. Ή, όπως όταν έγινε ο κατακλυσμός, και πάλι την ώρα της λιτάνευσης, και σκότος μέγα έπεσε στην Πόλη. Πολλοί παρομοιάζουν το γεγονός με το σκότος την ώρα της Σταύρωσης του Χριστού. «Ω των σοφών σου κριμάτων, Χριστέ Βασιλεύ, ως ανερμήνευτα και ανεξιχνίαστα εστίν», γράφει ο αυτόπτης χρονογράφος και αφοσιωμένος του αυτοκράτορα, Γεώργιος Φραντζής.

Και ο στέφανος ο αδαμάντινος εναπόκειται υμίν και μνήμη αιώνιος και άξιος έσεται εν τω κόσμο τούτω». Ήταν τα λόγια του αυτοκράτορα, που τα είπε στην τελευταία του ομιλία, λίγο μετά την απάντηση που έδωσε στον Μωάμεθ. «Την Πόλιν σοι δούναι ούτ’ εμόν εστίν ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτων αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών». Ήταν η στιγμή του μεγαλείου και της θυσίας. Η στιγμή που η ψυχή ανυψώνεται τραγική, για να αναμετρηθεί με το Αδύνατο.

Η πολιορκία της Πόλης κράτησε συνολικά πενήντα επτά ημέρες. Πενήντα επτά ημέρες και νύχτες, στη διάρκεια των οποίων η Βασιλεύουσα ανέβηκε τον μαρτυρικό Γολγοθά. Πενήντα επτά ημέρες στη διάρκεια των οποίων πέντε σχεδόν χιλιάδες μαχητές, κουρασμένοι εξαντλημένοι και αδύναμοι, κατάφεραν να κρατήσουν μακριά τη στρατιά του Μωάμεθ που για άλλους ξεπερνούσε τις 250.000 άνδρες και για άλλους τις 500.000. Αλλά και αυτή η διαφορά είναι σχετική. Ένας προς πενήντα ή ένας προς εκατό. Οι τελευταίες μέρες της Πόλης είναι ένα αξεπέραστο έπος. Παρ’ όλο που το Βυζάντιο έπεφτε κλείνοντας χίλια χρόνια ιστορίας εκείνο που αναζήτησαν οι τελευταίοι υπερασπιστές της ήταν ένα τέλος που θα έφερε τη σφραγίδα της δόξας των δέκα προηγούμενων αιώνων. Μια τελευταία ματωμένη σφραγίδα που επάνω της θα είχε γραμμένο το αίμα της τιμής. Όταν και η τελευταία ελπίδα για βοήθεια από τη δύση έσβησε, κανείς από τους υπερασπιστές της Πόλης, δεν θέλησε καν να ακούσει τις προτάσεις του Σουλτάνου, που τους καλούσε να παραδοθούν. Οι τρεις μεγάλοι και τραγικοί πρωταγωνιστές των τελευταίων ημερών ήταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο τελευταίος αυτοκράτορας, με την ευγενική ψυχή, που φορτώθηκε όλο το βάρος του θρύλου με τον ηρωικό θάνατό του, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, ο Γενοβέζος μισθοφόρος από τη Χίο, που ανέλαβε να σηκώσει τη χαμένη τιμή της δύσης, για να χτυπηθεί κι αυτός θανάσιμα τις τελευταίες ώρες της πολιορκίας, και ο Λουκάς Νοταράς, ο πολιτικός, που, μέχρι το τέλος, δεν είχε πάψει να ελπίζει ότι το Βυζάντιο θα μπορούσε να καταλήξει σε κάποια συμφωνία με τον Μωάμεθ, ένα λάθος που το πλήρωσε κι αυτό με τη ζωή του. Την νύχτα της Δευτέρας 28 Μαΐου , οι υπερασπιστές της Πόλης που είχαν απομείνει ύστερα από πενήντα έξι μέρες πολιορκίας μαζεύτηκαν στην Αγια-Σοφιά για τη τελευταία λειτουργία. Βυζαντινοί, Γενοβέζοι, Βενετσιάνοι και όσοι άλλοι είχαν απομείνει ένωσαν τη σκέψη τους στη τελευταία προσευχή. Πριν ξεκινήσουν για τα τείχη, με δάκρυα στα μάτια, αγκαλιάστηκαν όλοι για τελευταία φορά κάτω από το θόλο της μεγάλης εκκλησίας. Ήταν ο τελευταίος ασπασμός των γενναίων. Κατόπιν, προχώρησαν για τις θέσεις που θα κρατούσε ο καθένας πριν από τη μεγάλη  επίθεση. Όταν έκαναν αυτό, έκαναν και την τελευταία πράξη της ασυμβίβαστης γενναιότητας. Τοποθετημένοι στις επάλξεις του μεγάλου έξω τείχους, κλείδωσαν πίσω τους όλες τις πύλες του μικρού έσω τείχους, που θα τους άφηνε ανοιχτούς τους δρόμους της οπισθοχώρησης. Μέσα στην ησυχία της νύχτας, ο μοναχικός καλπασμός κάποιων αλόγων στο εσωτείχιο, αποκάλυπτε τις πύλες που κλείδωναν μία μία. Όταν και το τελευταίο κλειδί παραδόθηκε στον αυτοκράτορα, η Μοίρα είχε ήδη ολοκληρώσει τον κύκλος της. Τα τύμπανα, που όλες τις προηγούμενες ημέρες ηχούσαν μανιασμένα, τώρα είχαν σιγήσει. Η 29η Μαΐου, έφτασε μέσα σε ένα απόλυτο σκοτάδι και μια απόκοσμη σιωπή. Για τις χιλιάδες των πολιορκημένων και τις πολλές χιλιάδες των πολιορκητών, είχε φτάσει η στιγμή της τελευταίας αναμονής. Για χιλιάδες ανθρώπους που έστεκαν αντικριστά, η τελευταία καμπάνα είχε ήδη χτυπήσει. Χιλιάδες ψυχές, που σε λίγες ώρες θα έπαιρναν το δρόμο χωρίς επιστροφή, έκαναν τη τελευταία προσευχή τους, σε διαφορετική γλώσσα και σε διαφορετικό Θεό.

Από το μεγαλύτερο στρατό του Μωάμεθ, το πιο εκλεκτό σώμα ήταν η τρομεροί Γενίτσαροι. Παιδιά χριστιανών, οι Γενίτσαροι απάγονταν από τους Τούρκους σε μια μικρή ηλικία για να μεγαλώσουν μέσα στο στρατόπεδο και να γίνουν, μέσα από μια μακρόχρονη πλύση εγκεφάλου οι πιο φανατικοί πολεμιστές που διέθετε το Ισλάμ. Ένα άλλο εκλεκτό σώμα πολεμιστών ήταν οι Τσαούσηδες, που ξεχώριζαν από τα ξυρισμένα κεφάλια τους με την αλογοουρά που φύτρωνε από τη μέση του κρανίου, για να υποδηλώνει τις Μογγολικές τους ρίζες. Ανάμεσα στο στράτευμα του Μωάμεθ, όμως, δεν ήταν μόνο Μουσουλμάνοι. Ήταν και πολλοί χριστιανοί., και ανάμεσα σε αυτούς και πολλοί ορθόδοξοι από τη Σερβία, τη Πολωνία, τη Βοημία, την Ιταλία, ακόμη και από την Ελλάδα. Το πρώτο κύμα της επίθεσης ξεκίνησε μέσα στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας, γύρω στις δύο τα μεσάνυχτα. Όπως το συνήθιζαν οι στρατηγοί της εποχής εκείνης, ο Μωάμεθ έστειλε εναντίον της Πόλης ,  στην αρχή, τα άτακτα στήθη που συνήθιζαν τότε να ακολουθούν τους στρατούς της εποχής για να πάρουν μέρος στο πλιάτσικο. Και η πολιορκία της Πόλης και η αναμενόμενη πτώση της είχε συγκεντρώσει χιλιάδες παρείσακτους, που είχαν οσμιστεί το αίμα και ήθελαν να πάρουν μέρος από την λεία παρ’ όλο που αυτά τα στίφη αποτελούνταν από κάθε καρυδιάς καρύδι, δεν είχαν μεγάλη πείρα σε «επαγγελματικές» πολεμικές συγκρούσεις. Ο Μωάμεθ στέλνοντάς τα  εναντίον των έμπειρων υπερασπιστών της Πόλης, ήξερε πως τους έστελνε σε βέβαιο θάνατο. Ανάμεσα σε αυτούς ο Μωάμεθ, έστειλε και τους χριστιανούς μαχητές του στρατεύματός του. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να πάρουν τη μοιρασιά της λείας. Τα λάφυρα θα πήγαιναν μόνο στους εκλεκτούς του. Η χρησιμότητα αυτών των χιλιάδων νεκρών, που θα ήταν το αποτέλεσμα από αυτό το πρώτο κύμα της επίθεσης, ήταν αφενός θα κούραζαν τους ήδη εξαντλημένους και άυπνους υπερασπιστές και αφετέρου τα σώματά τους θα χρησίμευαν για να γεμίσουν την τάφρο που βρίσκονταν έξω από τα τείχη και να κάνουν έτσι πιο εύκολο το έργο αυτών που θα ακολουθούσαν. Πίσω από αυτά τα άτακτα στίφη ακολουθούσαν, σε μικρή απόσταση,  οι Τσαούσηδες και οι στρατονόμοι, που με τα σπαθιά τους θα εμπόδιζαν σ’ αυτούς τους άπειρους πολεμιστές κάθε σκέψη για οπισθοχώρηση. Η αλαλαγμοί των πρώτων επιτιθέμενων έσκισαν ξαφνικά την επιτυχία της νύχτας. Εκείνο που τους περίμενε, όμως, ήταν ένας ατσάλινος θάνατος… Οι αλαλαγμοί αναμίχθηκαν, ύστερα από λίγα λεπτά, με τις γοερές κραυγές των χτυπημένων. Μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, τα σπαθιά των πολεμιστών του Βυζαντίου έσκιζαν τον αέρα σκορπώντας τον θάνατο. Κανείς δεν μπορούσε να υπολογίσει πόσες χιλιάδες χάθηκαν σε αυτήν την πρώτη επίθεση. Ήταν όμως ένα πραγματικό μακελιό. Τα σώματα των σκοτωμένων πολιορκητών είχαν ήδη αρχίσει, σε ορισμένα σημεία, να γεμίζουν την τάφρο και τον αέρα με τη μυρωδιά του αίματος. Οι απώλειες των Βυζαντινών ήταν μηδαμινές, η εύκολη αυτή επίθεση έκανε τους υπερασπιστές να αναθαρρήσουν. Ίσως δεν ήταν όλα χαμένα. Λαχανιασμένοι ακόμη από την απόκρουση της πρώτης επίθεσης, οι υπερασπιστές, ψάχνοντας για λίγη ανάσα και λίγο νερό, άκουσαν τους αλαλαγμούς από το δεύτερο κύμα των επιθεμένων. Αυτήν τη φορά, ο αγώνας ήταν πιο σκληρός. Πάνω στα τείχη, σε μάχες σώμα με σώμα, οι αλύγιστοι υπερασπιστές έδωσαν τον τεράστιο αγώνα. Και παρά την κούραση των πενήντα έξι ημερών, παρά το ελάχιστο φαγητό που είχαν  καταφέρει να εξασφαλίζουν, παρά την αϋπνία που τους τσάκιζε το σώμα και το μυαλό, έδωσαν τον μεγάλο αγώνα. Και όπως, καμιά φορά, η ψυχή του ανθρώπου έχει τη δυνατότητα να δίνει κάποιες στιγμές, σε κάποιους ανθρώπους, δυνάμεις που σε κανονικές περιπτώσεις θα έμοιαζαν υπερφυσικές, έτσι κι εκείνη τη νύχτα, οι υπερασπιστές της Πόλης κατάφεραν να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους. Βαδίζοντας ήδη μέσα στον θρύλο αυτής της μοιραίας και σημαδιακής νύχτας, έδωσαν πάλι στο Βυζάντιο τη δόξα, που του είχαν στερήσει τα προηγούμενα χρόνια της ντροπής που οδήγησαν την Αυτοκρατορία στον αφανισμό της. Ποια δύναμη όπλιζε τα κουρασμένα χέρια τους, δίνοντας την ικανότητα να σκοτώνουν δέκα και είκοσι αντιπάλους ο καθένας, μόνον ο Θεός το ξέρει. Παρόλο που και οι Βυζαντινοί είχαν αρκετές απώλειες από αυτήν την δεύτερη επίθεση, η τάφρος είχε πια γεμίσει από τα χιλιάδες νεκρά σώματα των επιτιθεμένων. Κανείς δεν μέτρησε ποτέ πόσοι σκοτώθηκαν εκείνη τη νύχτα. Πρέπει, όμως, να ήταν μια από τις πιο φονικές νύχτες όλων των εποχών. Παρόλο που ήταν λουσμένοι μέσα στα δικά τους αίματα και στα αίματα των εχθρών, οι Βυζαντινοί  είχαν αρχίσει να πιστεύουν στο θαύμα. Καθώς μακριά, στην Ανατολή, άρχιζε να χαράζει, ακούστηκαν οι αλαλαγμοί από το τρίτο κυμα της επίθεσης. Ήταν η σειρά των Γενίτσαρων, για τον Μωάμεθ που δεν μπορούσε να πιστέψει πως τόσο λίγοι άνθρωποι κατάφερνα να ταπεινώσουν τη στρατιά του. Ο Μωάμεθ ήξερε πως η απώλεια αυτής της μάχης θα μπορούσε να σημάνει το τέλος του. Οι ηττημένοι στρατηγοί μερικές φορές δεν συγχωρούν. Και παρά το ότι πολλές φορές στη διάρκεια της πολύωρης επίθεσης έμοιαζε σαν να θέλει να αποτραβηχτεί, όπως λένε οι μαρτυρίες, δεν μπορούσε παρά να επιμείνει. Οι σκηνές που εξελίχθηκαν στην φάση της τρίτης επίθεσης δύσκολα βρίσκουν το αντίστοιχό τους σε άλλες πολειμικές αναμετρήσεις. Και παρόλες τις απώλειες, τα πράγματα έδειχναν πως οι Βυζαντινοί ήταν πολύ κοντά στο να αποκρούσουν και αυτήν τη μανιασμένη επίθεση, ήρθε το μοιραίο χτύπημα που έκρινε τη μαχη…

Ο γιγαντιαίος Γενοβέζος ,ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, έπεσε ξαφνικά χτυπημένος από σφαίρα. Και τότε συνέβη ίσως μία από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις της ιστορίας. Ο Ιουστινιάνης ήταν ένας πολεμιστής που είχε τον πόλεμο για επάγγελμά του. Η φήμη του ήταν απλωμένη στα πέρατα του κόσμου και, όταν εμφανίστηκε την Πόλη με τους εφτακόσιους σιδερόφρακτους και εμπειροπόλεμους πολεμιστές του ,πολλοί πίστεψαν πως το αήττητο χέρι του δεν θα γνώριζε την ήττα ούτε αυτή τη φορά. Ο Παλαιολόγος είχε κάνει τον Ιουστινιάνη αρχιστράτηγο και είναι αλήθεια ότι χωρίς τη δική του αδιάκοπη και γενναία προσπάθεια η Πόλη θα είχε πέσει πολύ νωρίτερα. Το βόλι που βρήκε τον Ιουστινιάνη εκείνο το βράδυ τον χτύπησε από το πλάι. Η σφαίρα διαπέρασε το μπράτσο του και καρφώθηκε στον θώρακα του από τα πλευρά. Τα αίματα, όμως ,δεν φαίνονταν μέσα από τον θώρακα. Εκείνο που είδε και ο Παλαιολόγος και οι άλλοι που έτρεςξαν δίπλα του ήταν μόνο το χτυπημένο χέρι του. Με τη σφαίρα καρφωμένη στο στήθος ,όμως, ο Ιουστινιάνης ήξερε πως έχει χτυπηθεί βαριά και δεν θα μπορούσε να συνεχίσει τη μάχη, και για αυτό έδωσε εντολή να τον μεταφέρουν στο πλοίο του. Τόσο ο Παλαιολόγος όσο και οι άλλοι που έτρεξαν δίπλα του ακούγοντας την εντολή του και βλέποντας μόνο το χτυπημένο χέρι του, νόμισαν πως ο Ιουστινιάνης λιγοψύχησε .Και για αυτό πολύ χαρακτήρισαν τη πράξη του ως φυγή. Αλλά δεν ήταν έτσι.  Ο Ιουστινιάνης δεν ήταν χτυπημένος στο χέρι μόνο, αλλά και στο στήθος. Μεταφέρθηκε εκείνο το βράδυ με το πλοίο του στη Χίο και πέθανε ύστερα από έα μήνα χωρίς να συνέλθει ποτέ από το τραύμα του. Με τον Ιουστινιάνη εκτός μάχης και του Γενοβέζους του να αποχωρούν, η μάχη είχε πια κριθεί. Ο Παλαιολόγος συνέχισε να μάχεται μέχρι το τέλος. Πρόλαβε να δει την τούρκικη σημαία να κυματίζει στο εσωτερικό της πόλης από κάποιους Τούρκους που πέρασαν, από τη Κερκόπορτα, μέσα στην Πόλη.

Όλοι λένε πως το χέρι που άνοιξε την Κερκόπορτα ήταν ελληνικό και πολλοί καταλογίζουν την ευθύνη στον Λουκά Νοταρά. Αλλά και χωρίς την Κερκόπορτα, η Πόλη θα είχε πέσει.  Με τους συντρόφους του να πέφτουν ένας – ένας γύρω του, αναζητώντας το κεφάλι, ώστε να μην αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους. Ο Παλαιολόγος έπεσε ηρωικά. Αλλά και τα δύο χτυπήματα που τον σκότωσαν ήταν μάλλον τυχαία. Το πρώτο το δέχτηκε στο στήθος από κάποιον Τούρκο πολεμιστή που κατέβαινε τρέχοντας για να πάρει μέρος στο πλιάτσικο, χτυπώντας όποιον έβρισκε μπροστά του. Ο Παλαιολόγος έπεσε,αλλά μετά σηκώθηκε και πάλι. Παρά το πιθανό θανάσιμο τραύμα του συνέχισε να μάχεται χτυπώντας όποιον έβρισκε στον δρόμο του. Το δεύτερο χτύπημα το δέχτηκε στην πλάτη, πάλι από κάποιον Τούρκο που περνούσε τρέχοντας δίπλα του. Πριν πέσει ο τελευταίος αυτοκράτορας, σήκωσε τα χέρια του ψηλά και κοίταξε προς τον ουρανό. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ακόμη το σπασμένο πια σπαθί του. Καθώς έπεφτε, δεν ήταν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από την ενσάρκωση της χιλιόχρονης Αυτοκρατορίας που πέθαινε κι αυτή με χιλιάδες πληγές στο σώμα της.
Το μόνο που είχε ξεχάσει να βγάλει από τη φορεσιά του ήταν τα αυτοκρατορικά του σανδάλια…

Η είσοδος του Μωάμεθ στην Κωνσταντινούπολη

Ήταν αυτά που επέτρεψαν στους πολεμιστές τού Μωάμεθ να αναγνωρίσουν το πτώμα του την επόμενη μέρα. Το κομμένο κεφάλι του αυτοκράτορα, καρφωμένο σ’ ένα μακρύ κοντάρι, ήταν η τελευταία ματωμένη πινελιά στην ιστορία μιας χιλιόχρονης αυτοκρατορίας. Το σώμα του θάφθηκε με αυτοκρατορικές τιμές. Αλλά κανείς δεν ξέρει που…
Οι τελευταίες μέρες του Βυζαντίου ήταν ένα πραγματικό έπος που άφησε το σημάδι του στην παγκόσμια ιστορία. Ένα έπος αντάξιο τόσο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας όσο και της πολεμικής ιστορίας της αρχαίας Ελλάδας. Και ίσως να αποτελεί το σταυρικό σημείο της πτώσης δύο πολιτισμών, που μαζί δημιούργησαν το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες.
Ένα έπος που για την Ελλάδα αποτελεί μια τραυματική εμπειρία, την οποία δεν μπορεί να ξεχάσει, αλλά και που πονάει όταν τη θυμάται. Ένα έπος που η Ανατολή θέλει να θυμάται, αλλά από την αντίστροφη όψη του. Από την όψη του νικητή. Και ένα έπος που η Δύση προτιμά να νομίζει πως δεν υπήρξε ποτέ. Δεν έχει σημασία.

Ο Χρόνος και το Πεπρωμένο εξακολουθούν να ρυθμίζουν το παρελθόν, το Παρόν και το Μέλλον, καθώς όλα ενώνονται σε Ένα. Η μνήμη των Γενναίων ανήκει στην καρδιά όλων των ανθρώπων.

                                     Ο Θάνατος του Τελευταίου Αυτοκράτορα

Πίνακας του Γιάννη Νίκου

Απόσπασμα από το επικό μυθιστόρημα της Μαρίας Λαμπαδαρίδου Πόθου, με τίτλο "Πήραν την Πόλη, Πήραν την...". Για να γράψει το συγκλονιστικό αφήγημά της, η Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια κοπιαστικής έρευνας, στην διάρκεια των οποίων ανέτρεξε σε όσα χρονικά της εποχής μπόρεσε να βρει, αλλά και επισκέφτηκε πέτρα την πέτρα τα σημεία της Κωνσταντινούπολης. Το απόσπασμα από το μυθιστόρημά της που ακολοπυθεί, περιγράφει τον ηρωικό θάνατο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, λεπτό προς λεπτό μέσα από τα μάτια του φανταστικού ήρωά της και με ακρίβεια κινηματογραφικού ντοκυμαντέρ. Ο Παλαιολόγος, στην συγκλονιστική και ακριβή περιγραφή της συγγραφέως, έμεινε όρθιος μέχρι το τέλος, για να πέσει όπως πέφτουν οι γενναίοι.

Το είχε ιδεί πια πως ο αγώνας ήτανε χαμένος. Και χτυπώντας αλύπητα όσους βρίσκονταν στον δρόμο του, όρμησε στο πλήθος των εισβολέων. Το ίδιο και ο Ιωάννης Δαλμάτης. Έτσι χάθηκε κι εκείνος, ορμώντας μέσα στα πλήθη. Έτσι χάθηκε, κραυγάζοντας και χτυπώντας. Και δις και τρις… και δις και τρις. Βλέπω τον αυτοκράτορα, που είχε μείνει μόνος του τώρα σχεδόν ανάμεσα στους αγριεμένου εισβολείς, μόνος να μάχεται ο ατρόμητος. Έπεφτε και σηκωνότανε. Έπεφτε και σηκωνόταν. Και ήξερε πια πως ήταν χαμένος. «Εις χείρας σου παραθήσομαι το πνεύμα μου, Κύριε…», και στρέφει γύρω τη ματιά με απόγνωση, κραυγάζοντας:

- Ουκ έστι τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου επ’ εμού;

Ήμουν κοντά του. Και ήμουνα εγώ ο χριστιανός, αλίμονο. Όμως μόνο να τον προστατέψει ήθελε το σπαθί μου, ποτέ να τον χτυπήσει. Και κραυγάζω τώρα, χτυπώ και κραυγάζω. 

- Σώσον τον βασιλέα μου εκ στόματος λέοντος την ταπείνωσίν του.

Έτρεμα μήπως τον πιάσουνε ζωντανό και τον πάνε δεμένο στον σουλτάνο να τον ταπεινώσει. Και έστρεψα τα μάτια προς τον ουρανό. Θεέ μου, δώσε του τον θάνατο του αντρειωμένου. Ήτανε εκείνη τη στιγμή που ακούστηκε μια τρομακτική βουή, ένας γδούπος τεράστιος, που ξεπερνούσε τον ορυμαγδό της μάχης. Βλέπω τον αυτοκράτορα που στρέφει με αγωνία το κεφάλι προς τη σπαραγμένη Πόλη του. Ο σταυρός που στεκότανε αιώνες απάνω στον τρούλο της Αγιας-Σοφιάς έπεφτε στη γη με τρομακτικό κρότο. Η χριστιανοσύνη γκρεμιζότανε. Η χιλιόχρονη αυτοκρατορία παραδινότανε πια στον ξένο θεό του Ισλάμ. Με τους αγίους της όλους απόντες. Η δοξασμένη βασιλίδα δεν ήταν πια θεοφύλακτη.

Να τον άκουσε, άραγε, η Δύση τον γδούπο εκείνο τον ανατριχιαστικό; Να τον άκουσε ο Πάπας και οι χριστιανοί ρηγάδες, που εγκατέλειψαν μοναχό και αβοήθητο τον αυτοκράτορα στην ύστατη ώρα του χαμού του; Να τον άκουσαν, άραγε; Ή κομμάτι κομμάτι, σπάραγμα σπάραγμα, θα εξουσίαζε τον χρόνο τον επερχόμενο, ταράζοντας στον αιώνα τις συνειδήσεις;

Ξαφνικά, βλέπω ένα θηριώδη γενίτσαρο να ορμά σαν δαίμονας καταπάνω στον βασιλέα. Προσπαθώ να τρέξω, να αποτρέψω τη φονική μάχαιρα. Χτυπώ και ανοίγω δρόμο στα έξαλλα πλήθη, όμως πλέον «ουκ ειμί ικανός..» Και τον λαβώνει κατάστηθα ο άγριος. Τον χτυπά καταπρόσωπο το άθλιο φαρμακερό σκυλί. Και χάνεται στις ορδές που κυλούνε μανιασμένες προς τη δύσμοιρη Βασιλεύουσα, Α, η κραυγή που έβγαλε ο αυθέντης μου. Κραυγή σπαραχτική, σάμπως να ήτανε η καρδιά του καρδιά της λαβωμένης Πόλης του. 

Γέρνει απάνω στα συντρίμια. Το αίμα του κυλάει, πετιέται, χάνεται το αίμα του το ακριβό, αίμα της αυτοκρατορίας που πεθαίνει. Γέρνει , τον βλέπω, πέφτει. Και λέω, πάει, αυτό ήτανε, τέλειωσε με τα εγκόσμια ο γενναίος. Όμως όχι. Ξανά τον βλέπω να σηκώνεται, λουσμένος στο αίμα του, και να χτυπά το ίδιο παράφορα , να χτυπά ξανά. Το χέρι του θεόρατο, έτσι πεισματωμένο από την ύστατη απόγνωση από το σπαραγμό της Πόλης του που χάνεται, χτυπάει ξανά, χτυπάει, θερίζει. Βρυχιέται και χτυπάει. Βρυχιέται και καρώνει τη ρομφαία του… και δις και τρις. Κι εγώ τον βλέπω ακόμα και τρέμω μην τον αναγνωρίσουνε οι μεμέτηδες και τονε σύρουνε λαβωμένο, και προσεύχομαι… Λύτρωσέ τον, θεέ μου, από τον έσχατο πόνο της ταπείνωσης. 

Χτυπώ κι εγώ μαζί του. Είναι η ύστατη στιγμή του κεραυνού που θα σωπάσει. Χτυπώ και κραυγάζω μαζί του. Καθέναν που βλέπω μπροστά μου, λέω, εσύ εσύ θα είσαι ο βιαστής, ο πορθητής, ο δήμιος…. εσύ, εσύ… και τον χτυπώ με τέτοιο μίσος.. το τέλειο μίσος, που μυαλά και αίματα πετιούνται στον αέρα, εσύ… εσύ.

Πέφτει και σηκώνεται. Πέφτει και σηκώνεται.

Πέφτει και σηκώνεται.

Εις χείρας σου… εις χείρας σου, Κύριε εις χείρας σου.

Το αίμα πετιέται από το λαβωμένο στήθος, αυτό που δάκρυα ήτανε γεμάτο και σπαραγμό. Όμως εκείνος ακόμη χτυπάει με απίστευτη δύναμη. 

Και όταν πια βλέπει πως είναι μάταιος ο αγώνας του, πως η Πόλη του έπεσε, έπεσε, με τον γδούπο του σταυρού της, έπεσε η παντάνασσα, έπεσε, έπεσε η φιλημένη βασιλίδα, τότε, ω, τότε, σταματάει μετέωρο μια ολόκληρη στιγμή το σπασμένο σπαθί του, ακούει άλλη μια φορά τις κραυγές και τον ολολυγμό του λαού του, και φωνάζει φωνή μεγάλη:

- Η Πόλις μου αλίσκεται, και εγώ ζω έτι;

Και ευθύς ορμά μέσα στα πλήθη που εισβάλλουν, στίφη θηρίων, ορμά στο κραταιότερο σημείο χτυπώντας ακόμα και κραυγάζοντας.

Η ματιά μου τον ακολουθεί με αγωνία. Χάνεται, λέω, χάνεται πια… Και μέσα στην άγρια συμπλοκή, βλέπω κάποιο γενίτσαρο που τον χτυπάει πισώπλατα. Η μαχαιρά του σφύριξε στον αέρα και βυθίστηκε στο λαβωμένο σώμα του Αθανάτου. Έτσι έπεσε, μπροστά στην πύλη του αγίου Ρωμανού, με τα ματωμένα χέρια του υψωμένα προς τον ουρανό, σαν να έλεγε: «ο θεός, ο θεός μου, εις τι με εγκατέλειπες;»

Έτσι έπεσε, σαν απλός ανώνυμος στρατιώτης. Έπεσε το ίδιο όπως και η Πόλη του. Χτυπήθηκε πρώτα κατά πρόσωπο. Όμως, συνέχισε να μάχεται. Ύστερα, χτυπήθηκε από τα νώτα. Ύπουλο χτύπημα, δόλιο.

Έτσι. Σαν απλός στρατιώτης. Κι εκείνοι που μπαίνουνε, αγέλες πεινασμένες, τον προσπερνούν, τον ποδοπατούν, τον σκεπάζουνε στον ανώνυμο σωρό. 

Εκείνος δεν καταλαβαίνει πια. Έχει περάσει ολόσωμος, με το ματωμένο σπαθί στο χέρι, έχει περάσει στο Πάνθεο των Αθάνατων. 

Χαίρε, Θεού Αχώρητου Χώρα
Χαίρε, δι’ ης ενεδύμεν δόξας.