13 Ιουνίου 2018

Billy Bo | Πέρασα πολλά, πήγα στην κόλαση και γύρισα..

Billy Bo | Ταχυδρόμος | συνέντευξη
Ο πρώτος διάσημος Έλληνας που έγινε γνωστό δημόσια ότι έφυγε από τη ζωή από AIDS, λίγο πριν φύγει από τη ζωή έδωσε μια συγκλονιστική συνέντευξη στον Ταχυδρόμο, θέλοντας να σταματήσει την παραφιλολογία.`Εφυγε από τη ζωή στις 13/6/1987.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Ο πρώτος διάσημος Έλληνας που έγινε γνωστό δημόσια ότι έφυγε από τη ζωή από AIDS, λίγο πριν φύγει από τη ζωή έδωσε μια συγκλονιστική συνέντευξη στον Ταχυδρόμο, θέλοντας να σταματήσει την παραφιλολογία.`Εφυγε από τη ζωή στις 13/6/1987.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

* Aπαγορεύεται αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρος αυτού, από άλλο site / blog.

Η εικόνα της ελληνικής μόδας,  διαμορφώθηκε τόσο από τους σχεδιαστές όσο και από τον Τύπο.

O Βασίλης Κουρκουμέλης- γνωστός ως Billy Bo,  είναι ένα πρόσωπο άρρηκτα συνδεδεμένο με την εξέλιξη της μόδα στη χώρα μας.

Είναι "ο πρώτος που έφερε στην Ελλάδα τα πολυπληθή σόου μόδας, με τη μουσική, τα σκηνικά, τα επώνυμα μανεκέν, ο πρώτος που ανέβασε μια απλή επίδειξη μόδας στο επίπεδο  μιας καλοστημένης παράστασης."

Το 1973 ξεκίνησε με τον Μάκη Τσέλιο μια boutique υψηλής ραπτικής στην οδό Σόλωνος 1. Το κατάστημα ονομάστηκε "Billy Bo, μια παραφθορά του τραγουδιού της Κατερίνα Βαλέντε "Billy Boy". Από τότε, ο Βασίλης Κουρκουμέλης υιοθέτησε και για τον ίδιο αυτό το όνομα. Την ίδια περίοδο,  ο Billy Bo σπούδασε σχέδιο μόδας στη σχολή "Βακαλό" και, όταν το τμήμα της Βακαλό έκλεισε, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη σχολή "Βελουδάκη".

Δεν άργησε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κοσμικών κύκλων της Αθήνας, πολλούς θαυμαστές και την υποστήριξη των δημοσιογράφων. Αφού άνοιξε κι άλλα καταστήματα στη Θεσσαλονίκη, τη Μύκονο, το Ψυχικό και στο κέντρο της Αθήνας, το 1981 επιλέχθηκε να σχεδιάσει τις στολές των αεροσυνοδών της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Το μεγαλύτερο όμως επίτευγμά του ήταν η δημιουργία καταστήματος στην 5η Λεωφόρο της Νέας Υόρκης. Δυστυχώς όμως, στα εγκαίνια του τον Δεκέμβριο του 1986 δεν κατάφερε να  παρευρεθεί λόγω της ασθένειας του. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 νόσησε με AIDS΄κι έφυγε απο΄τη ζωή στις 13 Ιουνίου του 1987. Ήταν μόλις 33 ετών. 

Η ασθένεια και ο θάνατός του προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση. Άλλωστε τότε, η επιδημία του AIDS ήταν ακόμα στην αρχή της στην Ελλάδα και ο Billy Bo ήταν ο πρώτος διάσημος Έλληνας που έγινε γνωστό δημόσια ότι έφυγε από τη ζωή από τη συγκεκριμένη ασθένεια.

Τον  Ιανουάριο του 1987,  πέντε μήνες πριν το τέλος του, ο Billy Bo θέλησε να δώσει μια συνέντευξη αλλά και να φωτογραφηθεί για να δείξει στον κόσμο ότι το AIDS δεν τον είχε νικήσει ακόμη.

Eκείνη την περίοδο ο Τύπος υπερέβαλε σε μεγάλο βαθμό για την κατάστασή του.  Και τί δεν είχε γραφτεί.  Κάποιοι έλεγαν ότι ήταν ετοιμοθάνατος, άλλοι ότι ήταν ήδη νεκρός.  Ακόμα και μια αναγνώστρια περιοδικού έφτασε στο σημείο να ρωτήσει αν κινδυνεύει να κολλήσει Aids από ένα μπλουζάκι Billy Bo που είχε αγοράσει... 

Ο Billy Bo ήταν ιδιαίτερα καταβεβλημένος, ωστόσο,  ήθελε να απαντήσει σε όλα αυτά. Επέλεξε τη δημοσιογράφο Λένα Ζαννιδάκη για να της μιλήσει κι εκείνη χειρίστηκε το θέμα με λεπτότητα. Τη συνέντευξη συνόδευαν φωτογραφίες οι οποίες  έλεγαν όλη την ιστορία. Μάλιστα, η ίδια έγραψε ότι, από το άλλοτε ωραιότερο αγόρι της Αθήνας είχε μείνει μόνο μία σκιά. 

Ακολουθεί η συνέντευξη του Billy Bo στη Λένα Ζαννιδάκη για τον Ταχυδρόμο - Τεύχος Ιανουαρίου του 1987.

"Παραμονές γιορτών χτύπησε αργά το βράδυ το τηλέφωνό μου» έγραφε στο τεύχος εκείνο του "Tαχυδρόμου" του Ιανουαρίου του `87 η δημοσιογράφος. «Μια φωνή χωρίς ``ήχο``, χαμηλή, σχεδόν ψιθυριστή, μου ευχήθηκε υγεία και καλή χρονιά. Ήταν ο Μπίλι Μπο. «Θέλω να σας δω» μου είπε, «θέλω να κουβεντιάσω μαζί σας, όποτε μπορείτε, όποτε θέλετε και αν θέλετε...». Και πήγα. «Να προσπαθείς να αντλήσεις κουράγιο από το βλέμμα ενός γιατρού, να εκλιπαρείς από μέσα σου και φωναχτά τον κάποιο Θεό να σε λυτρώσει από τον εφιάλτη που ζεις και εκεί ανάμεσα στον ανελέητο πόνο, στην πικρή αλήθεια και σε κάποιες αμυδρές ελπίδες, να μαθαίνεις πως είσαι ήδη νεκρός». Μου μιλάει ο... νεκρός Μπίλι Μπο, καθισμένος απέναντί μου, καταπονημένος, πικραμένος και χωρίς γενειάδα, όπως έγραψε κάποια εφημερίδα. «Τι είδους πλάσματα είναι μερικοί από εσάς τους δημοσιογράφους! Έχουν καρδιά, αισθήματα; Μετράνε τον πόνο, το έγκλημα, τη βία, την αρρώστια με την αράδα; Κρεμάνε την επιτυχία τους σε μεγάλους παραπλανητικούς τίτλους και τους αρκεί μια φήμη για να γράψουν σίριαλ συχνά κακής ποιότητας: η διασταύρωση της είδησης, για να βγεί κάπου η αλήθεια, δε θα έπρεπε να είναι πολυτέλεια. Ένα κάποιο τηλεφώνημα, μια ασήμαντη κουβέντα με κάποιους που δηλώνουν πηγές δε νομίζω ότι είναι αρκετά για να βγει το θέμα» Κι όταν πρόκειται για ντόπια άχρωμα κοσμικό-κοινωνικά γεγονότα ας γράψουν ό,τι θέλουν. Όταν όμως παίζεται η ζωή, η καριέρα ενός ατόμου και η επαγγελματική επιβίωση δεκάδων άλλων, δεν το χειρίζεσαι αβασάνιστα. Δεν πετάς λάσπες για να εντυπωσιάσεις, δε γράφεις με βάση τις φήμες για να πουλήσεις κάποια φύλλα. Είναι πράξη ανέντιμη και αξιόποινη». Δεν είναι επιθετικός. Δεν έχει τη δύναμη να είναι. Τα λόγια βγαίνουν σα λυγμός. Τον αφήνω να εκτονωθεί. Δεν πρέπει να ξεχνάς ότι οι δημοσιογράφοι στάθηκαν δίπλα σου όταν ξεκίνησες. Παίνεψαν το ταλέντο την εργατικότητά σου, σου αφιέρωσαν σελίδες, σε βοήθησαν να γίνεις γνωστός σε ένα μεγάλο κοινό. «Δεν το ξέχασα, αλλά υπήρξαν αρκετοί που με πίκραναν τελευταία και με σχολίασαν δίχως επιφύλαξη και ντροπή».Αντί να σταθούν στο γεγονός ότι ένας Έλληνας μετά τον Λαλαούνη έστησε δικό του μαγαζί στην καρδιά της Νέας Υόρκης -Παρκ Άβενιου και 59 δρόμοι- στάθηκαν στο AIDS. Είναι μια λέξη που προκαλεί πανικό, ο κόσμος είναι απληροφόρητος και το πυροτέχνημα έσκασε και έγινε φρικιαστικό και συγχρόνως καταστρεπτικό. Θέλεις να πεις πως είχε επιπτώσεις στη δουλειά σου αυτή ή φήμη ότι βγήκε για να σε βλάψει και από πού; «Η φήμη κυκλοφόρησε τις παραμονές των εγκαινίων του καταστήματος στη Νέα Υόρκη. Οι γονείς οι αδελφές μου έμειναν χωρίς πνοή, όταν οι δημοσιογράφοι τους χτύπησαν την πόρτα και χωρίς περιστροφές και έλεος τους ρώτησαν "Τι έχετε να δηλώσετε για το θάνατο του Μπίλι Μπο;``. Από κει και πέρα μόνο το αγγελτήριο του θανάτου μου δε δημοσιεύτηκε. Μήπως το ίδιο δεν έγινε και με τη Λαμπέτη; Την έθαψαν πριν ακόμα πεθάνει. Εμένα οι διάφορες και πάντα επιθετικής πηγής φήμες με έφερναν άλλοτε στο Νοσοκομείο Παστέρ στο Παρίσι, άλλοτε στο Χιούστον πότε ταριχευμένο και πότε στο κρεματόριο και τη στάχτη μου σκορπισμένη στο Αιγαίο» Είσαι νέος ωραίος ταλαντούχος διάσημος και αγαπητός. Ο κόσμος ενδιαφέρθηκε για σένα, που είχες χαθεί από το τέλος Αυγούστου. Ούτε στην Αθήνα ούτε στη Μύκονο ούτε στη Νέα Υόρκη σε είδε κανείς. Έτσι άρχισαν να κυκλοφορούν κάποιες φήμες για αρρώστιες, που δε διέψευσες. «Μπορούσα να είμαι στις Μπαχάμες και να κάνω διακοπές ή μπορεί να είχα λευχαιμία, πνευμονικό οίδημα, καρδιακή ανεπάρκεια. Προτίμησαν όμως το AIDS. Ήταν πιο εντυπωσιακή σαν αρρώστια , πιο καταστρεπτική από κάθε άλλη του καιρού μας και βρήκαν πως μου ταίριαζε γάντι».

Αδυνατισμένος, χλωμός, ψυχικά κουρασμένος ευαισθητοποιημένος από τη σωματική ταλαιπωρία. Με εκείνο τα παιδικό του χαμόγελο, που μοιάζει με πικρό μορφασμό, προσπαθεί καθώς μιλάει να συγκρατήσει κάποιο δάκρυ που αργοκυλάει στα βαθουλωμένα μάγουλά του. Αγναντεύει από τη βεράντα του τη θάλασσα που λατρεύει κι ακούει σιγανά ρεμπέτικα τραγούδια. Η φωνή του ακούγεται σαν ψίθυρος «Θέλω να με αφήσουν ήσυχο να σεβαστούν την κατάστασή μου. Πέρασα πολλά, πήγα στην κόλαση και γύρισα. Πιστεύω πως ο Θεός δεν θα με αφήσει να χαθώ -πίστευα πάντα στο Θεό- εσείς το ξέρετε, σας το έχω ξαναπεί σε μια παλιά μας συνέντευξη. Μετά από όσα πέρασα έκανα πολλές ανακατατάξεις στη ζωή μου, την είδα από άλλη σκοπιά, είδα τις ματαιότητές της, τις προσφορές τις μικροχαρές, τις οδύνες, τις πληγές της. Αν τα βάλεις σε μια ζυγαριά, τι βαραίνει άραγε περισσότερο; Αυτό που σου δίνει ή αυτό που σου παίρνει;». Κρατάει στο χέρι του ένα ποτήρι νερό, πίνει γουλιά-γουλιά βουλιαγμένος στο βελούδινο καναπέ. «Αυτό ήταν πάντοτε το ποτό μου, το καθαρό νερό» μου λέει- τα μάτια του αστράφτουν από κάποιο πυρετό που τον σιγοκαίει. «Σας κάλεσα γιατί σας εκτιμώ, σας έχω εμπιστοσύνη, ό,τι γράφτηκε μέχρι τώρα ήταν εικασίες, ανεύθυνη πληροφόρηση. Γράψτε ότι ζω και ευχαριστώ όλους εκείνους που μου συμπαραστάθηκαν στις δύσκολες ώρες μου. Υπάρχουν και άνθρωποι που δεν έχουν κίνητρο την κούφια περιέργεια, τη σκανδαλοθηρία ή την επαγγελματική αντιζηλία. Υπάρχουν άνθρωποι που ρωτάνε για μένα με πραγματικό ενδιαφέρον, που μου στέλνουν ευχές, ακόμη και άγνωστοι, μια εικονίτσα, κάποιο λουλούδι και δεκάδες γράμματα που με παρηγορούν ό,τι κι αν μου συμβαίνει.

Άνθρωποι που μπορεί να έχουν βαδίσει ένα γολγοθά, που μπορεί να κράτησαν κι αυτοί ένα σταυρό βαρύ, αλλά δεν τους πήρε από πίσω ο όχλος να τους ρίξει πέτρες και να κάνει πιο δύσκολο το ανέβασμά τους. Επειδή με χαρακτήρισαν δημόσιο πρόσωπο μου έριξαν πέτρες, λάσπη και βέλη.Το αμάρτημά μου ήταν βαρύ. Εγώ, ένα Πειραιωτάκι, ξεκίνησα από το μηδέν κι έφτασα εκεί που έφτασα. Ήμουν περήφανος και φιλόδοξος, ο Θεός όμως μας θέλει ταπεινόφρονες. Ίσως συγχώρεσε την υπεροψία μου, γι` αυτό μ΄ αφήνει να ζω. Οι άνθρωποι είναι ανελέητοι και με θέλουν νεκρό». Δυο ώρες μαζί του ήταν η αληθινή δοκιμασία για μένα. Ένιωθα απέναντί μου τη σκιά του ωραιότερου παιδιού της Αθήνας που προσπαθούσε με λυγμική φωνή να αντλήσει κουράγιο από τον ίδιο τον εαυτό του..."

Αξίζει να σημειωθεί ότι για αυτό το άρθρο, η κυρία Ζαννιδάκη ,τιμήθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Προαγωγής Δημοσιογραφίας Αθανασίου Β. Μπότση για τη γενναιότητα και την ευπρέπεια με την οποία χειρίσθηκε το θέμα.