16 Αυγούστου 2019

Χρήστος Θηβαίος Ι Κι είναι λέω ο παράδεισος για μας, αγάπη μου μικρή, να μοιραζόμαστε τούτη τη κόλαση μαζί.

Η ιδιαίτερη ιστορία του εκπληκτικού τραγουδιού, Ημερολόγιο, για μιαν αγάπη, που αγγίζει την ψυχή και την καρδιά.- Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Η ιδιαίτερη ιστορία του εκπληκτικού τραγουδιού, Ημερολόγιο, για μιαν αγάπη, που αγγίζει την ψυχή και την καρδιά.- Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Χρήστος Θηβαίος.

 Ένας από τους καλύτερους `Έλληνες τραγουδιστές και συνθέτες με τη χαρακτηριστική χροιά της φωνής που προκαλεί μια γλυκιά μελαγχολία.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 1963 και μεγάλωσε στα Εξάρχεια. Γόνος οικογένειας ηθοποιών, πηγαίνει στα μέσα της δεκαετίας του ’80 στην Μπολόνια της Ιταλίας, για να σπουδάσει φιλοσοφία. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του δουλεύει σαν μουσικός με παραδοσιακά Ιταλικά σχήματα και παραδοσιακά σχήματα Εβραϊκής μουσικής (σεφαραδίτικα, ασκεναζίτικα). Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 θα διακόψει τις σπουδές του και θα επιστρέψει στην Ελλάδα.

Το 1994 σχηματίζει τους "Συνήθεις Υπόπτους" μαζί με τον Αλέκο Βασιλάτο και τον Τάσο Λώλη. 

Το 1996 κυκλοφορεί η πρώτη τους δισκογραφική δουλειά κυκλοφορεί από τη Λύρα με τίτλο "Μέρες αδέσποτες". Μετά από το δίσκο "Είμαι αυτό που κυνηγάω", οι Συνήθεις Ύποπτοι διαλύονται το 2000 και ο Θηβαίος συνεχίζει σόλο καριέρα. Από τότε βρέθηκε στη σκηνή με κορυφαία ονόματα της Ελληνικής μουσικής.

Στον υπέροχο, πρώτο δίσκο του συγκροτήματος "Συνήθεις Ύποπτοι",υπάρχει μια εκπληκτική μπαλάντα, από τις πιο ωραιότερες που γράφτηκαν στην ελληνική μουσική μετά το 1990. Αναφέρομαι στο εξαιρετικό "Ημερολόγιο".

Για τους στίχους και την ιστορία του τραγουδιού, πολλά έχουν γραφτεί. Σύμφωνα με μια μυθοπλασία που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, "ο Χρήστος Θηβαίος ήταν καιρό ερωτευμένος με μία κοπέλα πολύ νεότερη του, η οποία όμως δεν τον ήθελε και δεν του έδινε καμία απολύτως σημασία.

Εκείνος την πολιορκούσε για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα και έκανε ό,τι μπορούσε, έτσι ώστε να είναι μαζί της. Ο Θηβαίος είχε σχεδόν παραιτηθεί από την προσπάθεια, όταν κάποια μέρα χτύπησε το τηλέφωνό του και ήταν εκείνη. Είχε συνειδητοποιήσει πλέον ότι αυτός ήταν ο άντρας της ζωής της και τον πήρε, για να βρεθούν σε ένα ραντεβού.

Συμφώνησαν να βρεθούν σε ένα εστιατόριο, το ίδιο βράδυ όμως πηγαίνοντας στο ραντεβού, η κοπέλα είχε δυστύχημα με το αυτοκίνητό της και σκοτώθηκε!"

Ωστόσο, τον Απρίλιου του  2013, ο ίδιος θα βγει και θα διαψεύσει τα παραπάνω, στην εκπομπή "Τραγούδια ψυχής" του Νίκου Βαρδαλαχάκη στην Ελληνική Ραδιοφωνία. Είπε χαρακτηριστικά: "Το τραγούδι το έγραψα σε μια κουζίνα στην Μπολόνια με ένα τεράστιο παράθυρο, το οποίο κοίταγε έναν πλάτανο. Και εγώ ήθελα να κάνω κομμάτια αυτόν τον πλάτανο και να φτιάξω ένα καΐκι, ένα καράβι, να ταξιδέψω. Αυτό ήταν η έμπνευσή μου.  

Είναι η πρώτη φορά που το λέω δημόσια, ότι ξεκινούσε με την εξής ευχή:

“Απόψε το παράθυρο 
ροδάκινο μυρίζει 
κι είναι ανοιχτό και γόνιμο  
στη διαστροφή του Ιούλη”


Έτσι ξεκινούσε. Ήθελα να ζήσω πάρα πολλά πράγματα… και στην ουσία ποια ήταν η έμπνευση; Να ζήσω πράγματα που δε ζούσα, αλλά η μεγαλύτερη έμπνευση ήταν να δω κάποια στιγμή ένα καλύτερο Χρήστο από αυτόν τον οποίο ένιωθα. Μέσα από τη δουλειά… Το «Ημερολόγιο» γράφτηκε στα 28-29, στα 32 βγήκε η πρώτη δουλειά με τους Συνήθεις Υπόπτους, οι “Μέρες Αδέσποτες”… Τ’ όνειρό μου ήταν σε όλη μου τη ζωή να με αποκαλούν “ποιητή”, όταν τώρα στα 49 μου με αποκαλούν “ποιητή”, δεν είναι αυτό που θέλω, παρότι με κολακεύει… αυτό που θέλω είναι να είμαι ιδανικός σύντροφος και ιδανικός πατέρας."

"Το ότι έγραψα εγώ το «Ημερολόγιο» δε σημαίνει ότι είμαι το ημερολόγιο. Σημαίνει ότι το κατέγραψα και προσπαθώ να γίνω σαν το ημερολόγιο. Να γίνω κάτι που θαυμάζουν. Να είμαι αντάξιος τους θαυμασμού τους και της αξιοπρέπειας τους. " έχει σχολιάσει σε άλλη συνέντευξή του.

Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι το τραγούδι, "Ημερολόγιο" αγγίζει την ψυχή και την καρδιά, είτε είναι αληθινή η ιστορία του, είτε όχι...

Ημερολόγιο

Τόσα χρόνια μες τους χάρτες μου σε ψάχνω, 

κι ας μην έσκυψες ποτέ στο μέτωπο μου

με τα δυο σου χείλια να αφήσεις

μια ανάσα στη ζωή μου.

Κι αν η προσευχή μου οινόπνευμα μυρίζει, 

καπνό και πυρετό, 

στο γυάλινο το κύμα τ’ όνομά σου

φωνάζω να καθρεφτιστεί η φωνή μου.

Και στην όχθη που χτενίζεσαι ακουστεί

σαν αλμυρό τραγούδι που σου φέρνει

ερωτευμένο το νερό.

Και στο διάβολο πουλάω την ψυχή μου εγώ, 

για να βρεθώ απόψε τυλιγμένος

στου κορμιού σου το βυθό.

Κάπου η νύχτα μεσοπέλαγα κρεμιέται

στην αγχόνη τ’ ουρανού

κι ο δαίμονας καβάλα στο σκοτάδι

αρπάζει τη μετέωρη ευχή μου.

Και σαν άστρο καυτερό προς το νησί σου

τα λόγια μου πετάει

πληγώνοντας τα βράχια και την άμμο, 

στη χτένα σου καρφώνει την ψυχή μου.

Και σταγόνα τη σταγόνα κυλάω εγώ

σαν αλμυρό νερό στους ώμους

και στον ακριβό σου το λαιμό.

Κι ας το ξέρω πως του λόγου του

στην ανεμόσκαλα εκεί, με περιμένει

για να μου λιμάρει το σκοινί.

Πάνε χρόνια που αντίκρυ αναβοσβήνουν

τα φώτα κάποιας γης, 

τα φώτα κάποιας ξεχασμένης νήσου, 

που λένε είν’ οι κορφές του παραδείσου.

Μα το ξέρω είναι της θάλασσας τα μάγια, 

δεν υπάρχει αυτή η στεριά, 

μιας και κανείς ποτέ του εκεί δεν πήγε, 

γι αυτό σφιχτά κρατιέμαι στο κορμί σου.

Και μπροστά απ’ τους κολασμένους

περνάω εγώ σαν μια σκιά

που σεργιανάει στον Άδη

τη δικιά σου μυρωδιά.

Κι είναι λέω ο παράδεισος για μας, αγάπη μου μικρή, 

να μοιραζόμαστε τούτη τη κόλαση μαζί.