14 Φεβρουαρίου 2021

Ερωτικές επιστολές που άφησαν ιστορία. Vol. 2

Φρίντα Κάλο και Ντιέγκο Ριβέρα, Πάμπλο Νερούντα και Ματίλντε Ουρούτια, Τζόνι Κας και Τζουν Κάρτερ, Ντίλαν Τόμας και Κέιτ Μακναμάρα, Χένρι Μίλλερ και Αναίς Νιν, Όσκαρ Ουάϊλντ και Λόρδος Άλφρεντ Ντάγκλας, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι και Τατιάνα.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Φρίντα Κάλο και Ντιέγκο Ριβέρα, Πάμπλο Νερούντα και Ματίλντε Ουρούτια, Τζόνι Κας και Τζουν Κάρτερ, Ντίλαν Τόμας και Κέιτ Μακναμάρα, Χένρι Μίλλερ και Αναίς Νιν, Όσκαρ Ουάϊλντ και Λόρδος Άλφρεντ Ντάγκλας, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι και Τατιάνα.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή


Φρίντα Κάλο προς Ντιέγκο Ριβέρα


Το φλογερό ταπεραμέντο της Κάλο είναι έκδηλο στους πίνακές της και στα γραπτά της. Ο λυρισμός διαφαίνεται στην επιστολή προς τον μεγάλο της έρωτα και «δυνάστη», Ντιέγκο Ριβέρα που ήταν Μεξικάνος τοιχογράφος με όμοιες πολιτικές απόψεις και στάση ζωής.

«Τίποτα δε συγκρίνεται με τα χέρια σου. Τίποτα με το χρυσοπράσινο των ματιών σου. Το σώμα μου γεμίζει με εσένα μέρες. Είσαι ο καθρέπτης της νύχτας. Η βιολετί λάμψη του φωτός. Η υγρασία της γης. Η φωλιά από τις μασχάλες σου είναι το καταφύγιό μου. Τα δάχτυλά μου αγγίζουν το αίμα σου. Όλη μου η χαρά βρίσκεται στο να νιώθω τη ζωή να αναβλύζει από εσένα και να γεμίζει όλα τα μονοπάτια των νεύρων μου που σου ανήκουν».

Πάμπλο Νερούντα προς Ματίλντε Ουρούτια


«Με τέτοιο ερωτικό αιτιολογικό σου παραδίνω αυτήν την κεντουρία ξύλινων σονέτων , που μπόρεσαν να σταθούν στα πόδια τους γιατί εσύ τους έδωσες ζωή » Με αυτά τα λόγια ολοκληρώνει ο σπουδαίος Χιλιανός ποιητής Πάμπλο Νερούδα την αφιέρωση του στη αγαπημένη του Ματίλντε στο έργο του “Εκατό ερωτικά σονέτα”.  Πρόκειται για έναν από τους σπουδαιότερους ποιητές της Λατινικής Αμερικής, ο οποίος, εκτός από πολιτικοποιημένα ποιήματα, έγραψε και πολλά προσωπικά. 

«Αγαπημένη μου γυναίκα,υπέφερα όσο έγραφα αυτά τα σονέτα,μου προκαλούσανπόνο και θλίψη,η ευτυχία όμως που νιώθω τώρα που σ τα προσφέρω είναι τεράστιασαν μια σαβάνα. Εγώ, όμως, με μεγάλη ταπεινοφροσύνη έφτιαξατούτα εδώτα σονέτα από ξύλο: τους έδωσα τον ήχο αυτής της στέρεης,αγνής ύληςκαιμεαυτόν τοντρόποπρέπει να φθάσουν στα αφτιά σου.Περπατώντας μέσα από δάση ήσε παραλίες,δίπλασε κρυμμένες λίμνες,εσύ κι εγώ έχουμε κατά καιρούς μαζέψεικομμάτιααπό φλοιούςδένδρων,κομμάτια ξύλου που έχουν υποστεί τις μεταβολέςτου νερού και τουκαιρού.Πήρα αυτά τα μαλακά λείψανα και χρησιμοποίησα τοτσεκούρι,τη ματσέτακαιτοσουγιά και έκοψα δεκατέσσερις σανίδες για τοκαθένα,για να χτίσω μικρά ξύλινασπιτάκια,ώστετα μάτια σου που λατρεύω καιτους τραγουδάω να μπορέσουν να κατοικήσουν μέσατους…»(Οκτώβριος 1959)

Τζώνυ Κας  και Tζουν Κάρτερ


Τo 1994 o Johnny Cash έγραψε μια πραγματικά υπέροχη ερωτική επιστολή σύζυγό του- όταν εκείνη ήταν 65 ετών- που ψηφίστηκε το καλύτερο ερωτικό γράμμα όλων των εποχών.

" Γεράσαμε και συνηθίσαμε ο ένας τον άλλον. Αλλά σκεφτόμαστε το ίδιο. Διαβάζουμε ο ένας το μυαλό του άλλου. Ξέρουμε τι θέλει ο άλλος, χωρίς καν να τον ρωτήσουμε. Καμιά φορά, εκνευρίζουμε ο ένας τον άλλον, αλλά λιγάκι. Ίσως κάποιες φορές, θεωρούμε δεδομένο ο ένας τον άλλον. Αλλά μια στο τόσο, όπως σήμερα, το αναλογίζομαι όλο αυτό, και συνειδητοποιώ, πόσο τυχερός είμαι που μοιράζομαι τη ζωή μου με την σπουδαιότερη γυναίκα που συνάντησα ποτέ. Ακόμα με γοητεύεις και με εμπνέεις. Με επηρεάζεις ώστε να γίνομαι καλύτερος. Είσαι το αντικείμενο της επιθυμίας μου. Ο νούμερο ένα επίγειος λόγος για την ύπαρξη μου. Σ΄αγαπώ πάρα πολύ!»

Ντίλαν Τόμας και Κέιτλιν Μακναμάρα


Ο Ντίλαν Τόμας ισχυριζόταν ότι  ερωτεύτηκε κι αγάπησε τη γυναίκα του Κέιτλιν Μακναμάρα με τη πρώτη ματιά και της έκανε πρόταση γάμου από την πρώτη τους συνάντηση...

«Τώρα, εξ αιτίας αυτών των ημερών, κινούμαι μ` ένα είδος άναυδης, τυφλής απόγνωσης, και η κάθε μέρα τελειώνει αργά. Τις νύχτες φοβάμαι ακόμα πιο πολύ, όταν η απελπισία καταρρέει, δεν είναι πια άναυδη και τυφλή, κι εγώ είμαι μονάχα ο εαυτός μου μέσα στο σκοτάδι. Είμαι μονάχα ολομόναχος μέσα σ` ένα δωμάτιο άγνωστο, σε μια πόλη ξένη, σε μια χώρα νυχτωμένη, δίχως προσχήματα, και κλαίω σαν τρελός. Χθες τη νύχτα σε είδα να χαμογελάς, χαρούμενη, σ` εμένα, όπως έκανες χίλια χρόνια πριν` και ούρλιαξα σαν τα τσακάλια απέξω. Μετά, το πρωί, τα ίδια και πάλι: να βαδίζω, σε απόγνωση, παγωμένος, σε μιαν έρημο. Ήταν μάλιστα αληθινή έρημος, οι καμήλες απόμακρες, οι ύαινες να γελάνε. Το γράφω τούτο εδώ, ίσως το τελευταίο γράμμα, μόλις προτού πέσω στο κρεβάτι σ` ένα ξενοδοχείο γεμάτο κτήνη. Μακάρι να μην έπρεπε να πέσω στο κρεβάτι. Κανένας εδώ, σ` αυτή την κάμαρα όπου γράφω, με το ραδιόφωνο να ουρλιάζει στα περσικά, δεν μπορεί κάτι στραβο σ` εμένα να δει. Δεν είμαι μονάχα παρά ένας χοντρός ξένος που γράφει ένα γράμμα` ένα όλο αγάπη, ένα όλο ευτυχία, γράμμα στη γυναίκα του «που περιμένει στο σπίτι». Χριστέ μου, και πού να ήξεραν. Πού να ήξεραν ότι η γυναίκα στην οποία γράφω δεν μ` έχει ανάγκη πια, έχει σφαλίσει την καρδιά και το κορμί της ενάντιά μου, αν και είναι η ζωή μου. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα -εσύ, πάντα- και δεν έχω καμία πρόθεση να κάνω κάτι τέτοιο...»

«(...) Χθες τη νύχτα σε είδα να χαμογελάς, χαρούμενη, σ` εμένα, όπως έκανες χίλια χρόνια πριν και ούρλιαξα σαν τα τσακάλια απέξω. Μετά, το πρωί, τα ίδια και πάλι: να βαδίζω, σε απόγνωση, παγωμένος, σε μιαν έρημο. Ήταν μάλιστα αληθινή έρημος, οι καμήλες απόμακρες, οι ύαινες να γελάνε. Το γράφω τούτο εδώ, ίσως το τελευταίο γράμμα, μόλις προτού πέσω στο κρεβάτι σ` ένα ξενοδοχείο γεμάτο κτήνη. (...) Χριστέ μου, και πού να ήξεραν. Πού να ήξεραν ότι η γυναίκα στην οποία γράφω δεν μ` έχει ανάγκη πια, έχει σφαλίσει την καρδιά και το κορμί της ενάντιά μου, αν και είναι η ζωή μου. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα -εσύ, πάντα- και δεν έχω καμία πρόθεση να κάνω κάτι τέτοιο...»

Χένρι Μίλερ προς Αναϊς Νιν


Λίγο μετά την πρώτη τους συνάντηση στο Παρίσι, ο συγγραφέας Χένρι Μίλλερ και η Αναίς Νιν, ξεκίνησαν μια θυελλώδη ερωτική σχέση που κράτησε για πολλά χρόνια. Η Νιν ήταν  τότε παντρεμένη με τον Ίαν Χίούγκο και ζούσαν μαζί στο σε ένα προάστιο του Παρισιού. Εκεί, όταν έλειπε ο σύζυγός της, πέρασε αρκετές ημέρες πάθους με τον εραστή της. Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους αντάλλαξαν αμέτρητες, φλογερές ερωτικές επιστολές. 

Κουβανέζικο θρήνο. Ξέρω πως είσαι ευτυχισμένη και πως το γεύμα που μαγειρεύεις είναι το «Αναίς...Μην περιμένεις από μένα πια να είμαι νουνεχής. Ας μην είμαστε πια λογικοί. Ήταν ένας γάμος στο Λουβεσιέν – δεν μπορείς αυτό να το αμφισβητήσεις. Έφυγα έχοντας κολλημένα πάνω μου διάφορα κομμάτια από σένα. Περπατώ εδώ κι εκεί, κολυμπώντας μέσα σε ένα ωκεανό αίματος, του δικού σου ανδαλουσιανού αίματος που είναι διυλισμένο και δηλητηριώδες. Ότι κάνω και λέω και σκέφτομαι, έχει σχέση με εκείνο το γάμο. Σε είδα ως αφέντρα του σπιτιού σου, μια Μαυριτανή με πρόσωπο βαρύ, μια νέγρα με λευκό κορμί, με μάτια σ’ όλη σου την επιδερμίδα, γυναίκα, γυναίκα, γυναίκα. Δεν ξέρω τώρα πως μπορώ να συνεχίσω να ζω μακριά από σένα – αυτό το μεσοδιαστήμα είναι θάνατος. Πως σου φάνηκε που επέστρεψε ο Χιούγκο; Ήμουν ακόμα εκεί; Δεν μπορώ να σε φανταστώ να είσαι μαζί του όπως ήσουν με μένα. Με τα πόδια κλειστά. Με ευπάθεια. Με γλυκιά προδοτική υποχωρητικότητα. Με ευπείθεια και υπακοή. Έγινες γυναίκα με μένα. Τρομοκρατήθηκα από αυτό. Δεν είσαι μόνο τριάντα ετών – είσαι αιώνια. Έχω επιστρέψει πίσω αλλά εξακολουθώ να νοιώθω το πάθος να με σιγοκαίει. Όχι πλέον το πάθος για τη σάρκα, αλλά μία ολοκληρωτική πείνα για σένα, μια πείνα για να σε καταβροχθίσω. Διάβασα στην εφημερίδα για αυτοκτονίες και φόνους και τα καταλαβαίνω απόλυτα. Νιώθω αυτοκτονικός, δολοφονικός. Αισθάνομαι κατά κάποιο τρόπο πως είναι ντροπή να μένω άπραγος, να περιμένω απλά για να έχουμε λίγο χρόνο, να το φιλοσοφήσω ή να είμαι λογικός. Που πήγαν εκείνοι οι καιροί όπου οι άνδρες μαχόντουσαν, σκότωναν, πέθαιναν για ένα γάντι ή για μια ματιά; (Το γραμμόφωνο παίζει αυτή την άθλια άρια από τη Μαντάμ Μπατερφλάι, το «Some day he’ ll come!»). 

Ακόμα σ’ ακούω να τραγουδάς στην κουζίνα – αυτό τον δίχως αρμονία, μονότονο καλύτερο γεύμα που έχουμε φάει μαζί. Αισθάνομαι  τη μεγαλύτερη γαλήνη και ευτυχία όταν κάθομαι στην τραπεζαρία και σε ακούω να μιλάς για το φόρεμά σου.

Αναίς, νόμιζα πως πριν απλά σ’ αγαπούσα, όμως σίγουρα δεν είναι σαν αυτό που νοιώθω αυτή τη στιγμή μέσα μου. Όλο αυτό ήταν τόσο υπέροχο επειδή ήταν σύντομο και κλεμμένο; Προσποιηθήκαμε ο ένας στον άλλο; Ήμουν λιγότερο εγώ, ή περισσότερο εγώ και εσύ ήσουν λιγότερο ή περισσότερο εσύ; Είναι τρέλα που πιστεύω πως αυτό μπορεί να συνεχιστεί; Που και πότε θα αρχίσουν οι στιγμές να γίνονται μονότονες; Σε μελετώ τόσο πολύ για να ανακαλύψω τις πιθανές σου αδυναμίες, τις ατέλειες, τις ζώνες κινδύνου. Δεν μπορώ να βρω ούτε μία. Αυτό σημαίνει πως είμαι ερωτευμένος, τυφλός, τυφλός. Τυφλός για πάντα! (Τώρα τραγουδάνε το «Heaven and ocean» από το La Gioconda.)»

«Αναΐς, με κάνεις απίστευτα ευτυχισμένο έτσι όπως με κρατάς αδιάσπαστο ­ με αφήνεις να είμαι ο καλλιτέχνης χωρίς να καταργείς τον άνδρα, το ζώο, τον πεινασμένο, ακόρεστο εραστή. Καμιά άλλη γυναίκα δεν μου έχει δώσει όλα τα προνόμια που έχω ανάγκη· και εσύ, που τραγουδάς τόσο χαρούμενα, ναι, με προσκαλείς να πάω μπροστά, να είμαι ο εαυτός μου, να διακινδυνεύω τα πάντα. Σε λατρεύω γι` αυτό. Εκεί είναι που ξεχωρίζεις από τις άλλες γυναίκες, εκεί είναι που είσαι μια βασίλισσα. (...) Και σήμερα, παρ` όλο που σφύζω από υγεία, νιώθω μια γλυκιά παράλυση στα μπράτσα μου ­ είναι επειδή σε κρατούσα τόσο σφιχτά... Εύχομαι να μπορούσα να τη διατηρήσω».

`Οσκαρ Ουάιλντ για τον Λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας


 Τί κι αν είχε σχέσεις με διάφορες καλλονές της εποχής (μάλιστα παντρεύτηκε μία από αυτές, την Κονστάνς Μαίρη Λόιντ)... Ο  μεγάλος έρωτας της ζωής του Όσκαρ Ουάιλντ ήταν ο νεαρός λόρδος Άλφρεντ Ντάγκλας.
«Αγόρι μου, 

Το σονέτο σου είναι τόσο υπέροχο και είναι θαυμάσιο το ότι αυτά τα ροδοκόκκινα χείλη σου θα έπρεπε να είναι φτιαγμένα όχι λιγότερο για την τρέλα της μουσικής και του τραγουδιού από ότι για την τρέλα των φιλιών. Η λεπτή επίχρυση ψυχή σου περπατάει μεταξύ πάθους και ποίησης. Ξέρω ότι ο Υάκινθος, με τον οποίο ήταν τρελά ερωτευμένος ο Απόλλωνας, ήσουν εσύ τον καιρό της Αρχαίας Ελλάδας.  

Γιατί είσαι μονάχος στο Λονδίνο και πότε θα πας στο Σάλσμπουρι;

Να πας εκεί να δροσίσεις τα χέρια σου στο γκρι λυκόφως των Γοτθικών πραγμάτων και να έρθεις εδώ όποτε σου αρέσει. Είναι ένα υπέροχο μέρος εδώ, το μόνο που του λείπει είναι εσύ. Αλλά πήγαινε πρώτα στο Σάλσμπουρι. 

Παντοτινά με αθάνατη αγάπη, 

δικός σου, Όσκαρ. »

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι και Τατιάνα


Τα γράμματα και τηλεγραφήματα που έστειλε ο Ρώσος ποιητής στην τελευταία του αγάπη, την Τατιάνα,  αλλά και τα γράμματα που έστειλε η Τατιάνα στη μητέρα της σχετικά με τον Μαγιακόφσκι, αποδεικνύουν ότι υπήρξε ένας έρωτας μοναδικός... Δυνατός... Βαθύς...και σίγουρα καθοριστικός για τη ζωή του ποιητή. Δεν είναι τυχαίο ότι έκανε πρόταση γάμου στην Τατιάνα μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο της γνωριμίας τους. . Η επιθυμία του  να την παντρευτεί ήταν μεγάλη, αλλά αυτή αρνιόταν πεισματικά. Και έτσι άδοξα έληξε αυτή η αγάπη..

 […] Βεβαίως, ακριβώς γι αυτόν τον λόγο δεν αξιώνω να λαβαίνω γράμματα στην ώρα τους. Ακόμα κι όταν περιμένω ένα γράμμα με ολοένα αυξανόμενη αγωνία, δεν απογοητεύομαι ποτέ όταν δεν έρχεται και, όταν τελικά φτάσει, αιφνιδιάζομαι ευχάριστα.»  «Παρόλα αυτά, ωστόσο ,παρόλα αυτά –το μοναδικό μειονέκτημα του να γράφεις σε γραφομηχανή είναι το ότι παρασύρεσαι-, ακόμα κι αν υπάρχουν ενδοιασμοί, ενδοιασμοί πρακτικής φύσεως εννοώ, ως προς το να με πάρετε μαζί σας σ’ ένα ταξίδι ως συνοδό, ξεναγό, έρμα, τύραννο και ως ό,τι άλλο θα μπορούσε να προκύψει από μένα, δε θα έπρεπε να προκύπτουν εκ των προτέρων καθοριστικές αντιρρήσεις για μένα ως αλληλογράφο –και αυτό είναι το μόνο θέμα που επι του παρόντος τίθεται-, και θα μπορούσατε θαυμάσια να κάνετε μία προσπάθεια μαζί μου. Εγκάρδια αφοσιωμένος, δρ Φραντς Κάφκα»  (..) Έλα εδώ, έλα στο σταυροδρόμι της πελώριας κι αδέξιας αγκαλιάς μου.