13 Φεβρουαρίου 2018

Γιώργος Σεφέρης & Μαρώ | Όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπο του,πρέπει να βρεί τρόπο να μην ξυπνά ποτέ του…

Γιώργος Σεφέρης | Μάρω Λόντου | έρωτας | γράμματα
Τα ερωτικά γράμματα του σπουδαίου ποιητή προς στην αγαπημένη του Μαρώ είναι μικρά δοκίμια του έρωτα. Ο πιο όμορφος τρόπος που μπορεί ένας άνδρας να εκφράσει την αγάπη του για μια γυναίκα. Στις 13/2/1937 δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα επιστολή του Γιώργου Σεφέρη περί της δημοτικής γλώσσας..-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Τα ερωτικά γράμματα του σπουδαίου ποιητή προς στην αγαπημένη του Μαρώ είναι μικρά δοκίμια του έρωτα. Ο πιο όμορφος τρόπος που μπορεί ένας άνδρας να εκφράσει την αγάπη του για μια γυναίκα. Στις 13/2/1937 δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα επιστολή του Γιώργου Σεφέρη περί της δημοτικής γλώσσας..-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές μας που σημάδεψε τον αιώνα. Η γενιά του ‘30 τον είχε στην κορυφή. Οι επόμενες συνέχισαν να τον θεωρούν ηγέτη και δάσκαλο σαν να μην έχει φύγει. Τα ποίηματά του βρήκαν πλατιά απήχηση σε όλον τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο πως είναι ο πρώτος ποιητής που μας έφερε το πρώτο Νόμπελ στην Ελλάδα. Ο ποιητής της “Στροφής”που  άλλαξε τον ρου του ποιητικού ποταμού. Ο Γιώργος Σεφέρης.

Με τη  Μαρίκα Λόντου είχαν γνωρίσει εξ όψεως σε μια εκδρομή στο Σούνιο το καλοκαίρι του 1935. Τα ποιήματά του τα γνώριζε από πριν και μάλιστα, κάποια από αυτά τα είχε  είχε αποστηθίσει. Στις αρχές του 1936, γίνονται οι  επίσημες συστάσεις. "Η ευπροσηγορία, η γλυκυθυμία και η ογκολιθική αυτοπεποίθηση του ποιητή"  την εντυπωσίασαν.

Η ίδια, έχει πει στον Α. Φωστιέρη και τον Θ. Νιάρχο : "Το Σεφέρη τον συνάντησα πρώτη φορά στο σπίτι των Τσάτσων με τους οποίους ήμασταν φίλοι. Εκείνη την εποχή ο Κανελλόπουλος, ο Τσάτσος, ο Σικελιανός και ο Μυριβήλης ήταν μια παρέα και ήμουν και γω μέσα σ` αυτή την παρέα. Ανέκαθεν είχα μανία με τους λογοτέχνες, μ`ενδιέφεραν πολύ. Παλιότερα στη Θεσσαλονίκη ήμουν στον κύκλο του Μανόλη Τριανταφυλλίδη και άλλων καθηγητών του πανεπιστημίου. Στη Θεσσαλονίκη έζησα τρία χρόνια, από το `30 ως το `33, γιατί ο πρώτος μου άντρας [ο Αντρέας Λόντος] επιστατούσε στην κατασκευή του δρόμου Θεσσαλονίκης - Καβάλας. Τη δουλειά αυτή τη βρήκε μετά την παραίτησή του από το Βασιλικό Ναυτικό. Υπηρετούσε στο Ναυτικό όταν τους έβαλαν να ψηφίσουν με το ζόρι να γυρίσει ο βασιλιάς. Εκείνος δεν δέχτηκε να το κάνει και παραιτήθηκε. Τότε λοιπόν είχα συνδεθεί με όλο το πανεπιστήμιο και κάθε τόσο μαζεύονταν στο σπίτι μου και στο σπίτι της κυρίας Μαυροκορδάτου όλοι οι καθηγητές. Παίζαμε σαν παιδιά, κάναμε εκδρομές — ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο Κρητικός της Μαθηματικής, ο Δελμούζος, ο Ζολώτας ἠταν φίλοι μου. Ο άντρας μου δεν έβλεπε με καλό μάτι τα ενδιαφέροντά μου αυτά. Έπαιρνε τα βιβλία που διάβαζα και τα έσκιζε, είχε ένα μίσος μπορώ να πω για τα βιβλία. Αυτή ήταν ίσως η αιτία που δεν τα πήγαμε καλά. Είχα διαβάσει Σεφέρη χωρίς να τον ξέρω ακόμη καλά-καλά και μ` ενδιέφερε φοβερά η ποίησή του. Όπως όλους, με είχε τραβήξει πολύ ο «Ερωτικός Λόγος». Τώρα είναι αυτό που μ’ αρέσει λιγότερο απ’ όλα, αν και είναι πολύ καλό ποίημα. Όταν λοιπόν γνωριστήκαμε στους Τσάτσους του είπα: «Να έρθετε στην Αίγινα το καλοκαίρι, γιατί είναι Αττική και νησί μαζί, πράγματα που σας αρέσουν και τα δυο». Πράγματι ήρθε εκεί το καλοκαίρι του `36 κι έτσι άρχισε ο δεσμός μας."

Γεννήθηκε, λοιπόν, ένας μεγάλος έρωτας. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς,   ο Γιώργος και η Μαρώ (επίνοια του ποιητή ) παραθερίζουν - κάτω από διαφορετική στέγη- στην Αίγινα, στο νησί με τις βαθιές θαλασσινές σπηλιές. Αυτό το  γεγονός δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο, καθώς ο κύκλος της Αίγινας είναι μικρός και ... φθονερός...

Μία μέρα μετά την  κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, παντρεύονται στην Πλάκα, αλλά δεν αποκτούν ποτέ παιδιά.

Ο σπουδαίος ποιητής, έγραψε ερωτικά γράμματα για τη γυναίκα που αγάπησε. Τα λόγια του είναι πραγματικά συγκινητικά και δείχνουν τη λατρεία του προς εκείνη.

Επέλεξα ένα γράμμα του και  κάποια αποσπάσματα, και σας τα παραθέτω...

"Ξαναδιάβασα τα γράμματά σου από την αρχή. Σου γράφω «δύο λόγια αγάπης». Ένα πράγμα αισθάνομαι πως είναι το δυσκολότερο να σου δώσω να καταλάβεις: πόσο σε νιώθω, πόσο σε παρακολουθώ κι από μια σου λέξη ακόμη, όπως άλλοτε από ένα παίξιμο του χεριού σου. Τώρα που ξανακοίταξα όλα αυτά τα χαρτιά, βρίσκω πάντα ένα φόβο μήπως δε λες καλά ότι ήθελες να πεις, ένα δισταγμό μην τύχει και πεις πολλά, και προς το τέλος αρχίζεις κίολας να γράφεις και να σκίζεις. Άφησε, χρυσή μου, τον εαυτό σου, είναι τόσο χαριτωμένος έτσι όπως είναι, άφησέ τον να μην μιλήσει όπως ξέρει αυτός. Θα μου πεις: «Εσύ μήπως δεν κάνεις το ίδιο;» Κι αν το κάνω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να με μιμηθείς. Το κάνω, άλλωστε, τόσο άσχημα. Αν έχεις απελπισία, δώσε μου την απελπισία σου, όπως μου δίνεις τόσες φορές τη χαρά σου. Δώσε μου ότι έχεις κι ότι μπορείς. Μα κατάλαβε, επιτέλους, πως δε γυρεύω τίποτε άλλο. Αν αργήσουμε τώρα να ιδωθούμε, θα πρέπει να προσπαθήσουμε μ΄ αυτά τα λίγα και γλίσχρα μέσα που έχουμε, μ’ αυτό το χαρτί που μαυρίζουμε, να είμαστε όσο μπορούμε πιο κοντά, όχι να αποχωριζόμαστε και να πληγώνει ο ένας τον άλλον. Έτσι νομίζω. Αν με θέλεις ακόμη, έλα, χρυσή μου, να τα λέμε όλα χωρίς, να σκεπτόμαστε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει.

Ξέρεις, συλλογίζομαι ακόμη πως έτσι θα μπορούσαμε, όταν μας δοθεί να ιδωθούμε, να μην πούμε ούτε μια λέξη παρά να χαζεύει ο ένας τον άλλον. Και θα είναι τόσο ξεκουραστικό. Καληνύχτα, αγάπη. Όλη τη μέρα σήμερα γύρευα τη στοργή σου.

Γιώργος

«Όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπο του, πρέπει να βρεί τρόπο να μην ξυπνά ποτέ του…»

«…μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…»

«..είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις..»

«μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.»

«τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..»

«Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή-ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου-είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα»

«Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα-ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη-θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν…φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.»

«Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…»

«…Αν είχα χρήματα, λες.
Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα.
Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…»

«…Χτές πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα απο τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄είχε πάρει ο ύπνος.»

«…ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;»

«…σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»

«Σε συλλογίζομαι.
Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις.
Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι.
Κάποτε βαριά….»

«και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν»

«όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;»

«αγάπη μου, θα με συγχωρήσεις γι’ αυτά, που είναι δύσκολο να ειπωθούν σε μια γυναίκα. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχει πεποίθηση στα συναισθήματά του όταν τα πνίγει η επιθυμία η σωματική, όπως συμβαίνει τώρα μ’ εμένα»

«πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω , δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;»

«θα ήθελα τρείς μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…»

«φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ..»

«ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…»

«δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα-κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα»

«η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο»

«πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω-γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου-δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..»

«ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Aυτό το «μόνη μου έπρεπε» είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει»

«μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί…Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.»

«αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.»

«Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει «Σταμάτησε. Σταμάτησε». Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.
-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….»

«…Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.»

«κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως , αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο»

«Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει «Θεέ μου πόσο την αγαπώ» κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου»

«Όλες αυτές τις μέρες σε συλλογίζομαι χωρίς μια στιγμή διακοπή. Κάθε δουλειά με συνέχεια μού είναι αδύνατη. Είσαι εκεί πάντα μπροστά στα μάτια μου, με κρατάς προσηλωμένο. Κάποτε μέσα στην αδειανή μου παλάμη έρχεται κι ακουμπά το μικρό σου στήθος. Είναι ένας βαθύς και μυτερός πόνος ως την άκρη της καρδιάς»

«ας σε κρατήσω κι έπειτα όλα θα είναι καλά…αγαπημένη μου αγάπη» «Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου.
Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.»