26 Νοεμβρίου 2021

Η Φαλακρή Τραγουδίστρια | Το αριστούργημα του Ιονέσκο για τη μοναξιά, τις επιφανειακές σχέσεις & τους ανιαρούς ανθρώπους

Η Φαλακρή Τραγουδίστρια | Ιονέσκο
Ένα πρωτοποριακό έργο της εποχής του, που καθιέρωσε το «θέατρο του παραλόγου». Ο δημιουργός του, Ευγένιος Ιονέσκο γεννήθηκε στις 26 Νοεμβρίου του 1909.
Ένα πρωτοποριακό έργο της εποχής του, που καθιέρωσε το «θέατρο του παραλόγου». Ο δημιουργός του, Ευγένιος Ιονέσκο γεννήθηκε στις 26 Νοεμβρίου του 1909.

Γράφει η Μανταλένα-Μαρία Διαμαντή

 

Ένας από τους αληθινά πιο δημιουργικούς, σουρεαλιστικούς και συναρπαστικούς θεατρικούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, ο Ευγένιος Ιονέσκο, στέκεται ψηλά ανάμεσα σε πολλούς λαμπρούς υπαρξιακούς σουρεαλιστικούς θεατρικούς συγγραφείς της εποχής του. Τα έργα του είναι σπλαχνικά, ξεκαρδιστικά, σκοτεινά, παράξενα και αστεία με μια κομψή άποψη για την παραφροσύνη του καπιταλισμού, του φασισμού, της κυβέρνησης, της κοινωνίας και των ανθρώπων. Γεννημένος στη Ρουμανία το 1912, μετακόμισε στη Γαλλία ως παιδί και στη συνέχεια κυμάνθηκε μεταξύ των δύο εθνών για το υπόλοιπο της ζωής του. Κατάφερε να επιβιώσει από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη μεγάλη κατάθλιψη και να αποφύγει τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ζώντας με την οικογένειά του στη Μασσαλία. Ωστόσο, η άνοδος του φασισμού και οι απελπισμένοι δρόμοι που θα κάνουν και οι άνθρωποι για να επιβιώσουν, κολλημένοι μαζί του. 

Μέρος μιας παριζιάνικης θεατρικής ομάδας που περιλάμβανε τους Samuel Beckett, Jean Genet και Arthur Adamov, ο Ionesco περιγράφηκε ως ασκούμενος του Θεάτρου του Παραλόγου. Το Theatre of the Absurd είναι ένα σουρεαλιστικό θέατρο που εστιάζει στην αναζήτηση νοήματος σε έναν κόσμο χωρίς νόημα. Eugene Ionesco Plays

Ένα από το πιο γνωστά έργα  του είναι η Φαλακρή Tραγουδίστρια (1950).

Ανέβηκε στην σκηνή για πρώτη φορά στις 11 Μαΐου 1950 στο Theatre des Noctambules στο Παρίσι. Ένα πρωτοποριακό έργο της εποχής του, που καθιέρωσε το «θέατρο του παραλόγου». Ο θίασος του Theatre de la Huchette από το 1957 μέχρι σήμερα συνεχίζει να παρουσιάζει το έργο αυτό καθημερινά, έχοντας ήδη συμπληρώσει τις 17.000 παραστάσεις.

 

 

Η Φαλακρή Τραγουδίστρια είναι το πρώτο έργο του Ιονέσκο το οποίο ανέδειξε ένα μεγάλο νέο ταλέντο Συναγωνιζόμενος μόνο τo Waiting for Godot του Beckett ως κλασικό έργο του σύγχρονου δράματος, η Φαλακρή Τραγουδίστρια δεν είναι ούτε το δυνατότερο ούτε το πιο αδύναμο από τα έργα του Ionesco. Είναι σίγουρα από τα πιο αξιομνημόνευτα.

Αντιμέτωπος με την αποπνικτική κοινοτοπία ενός αστικού νοικοκυριού Η Φαλακρή Τραγουδίστρια ξεκινά με την κα Smith να ενημερώνει τον σύζυγό της ότι είναι εννιά η ώρα. Το ρολόι του παππού, ωστόσο, μόλις χτύπησε δεκαεπτά φορές. Σιωπηλός, εκτός από το τρίξιμο της γλώσσας του, ο Smith ρουφάει τη πίπα του καθώς διαβάζει την απογευματινή εφημερίδα, κρατημένη ανάποδα. Η κυρία Smith , φαινομενικά αγνοεί την έλλειψη ενδιαφέροντός του και συνεχίζει να συζητά για το εκλεκτό αγγλικό φαγητό που έχουν φάει (συμπεριλαμβανομένων περίεργων πιάτων όπως η πίτα με κυδώνι και φασόλια), καθώς και να του λέει τις ηλικίες των παιδιών τους. Αν ο μονόλογος της κυρίας Smith φαίνεται ολοένα και πιο σουρεαλιστικός, ο διάλογος συνεχίζεται καθώς ο Smith- ενώ διαβάζει ακόμα την εφημερίδα- εκφράζει την έκπληξή του που οι ηλικίες των νεκρών τυπώνονται συνήθως στις εφημερίδες, ενώ αυτές των νεογέννητων ποτέ. Στη συνέχεια, οι δύο σύζυγοι συζητούν μια πρόσφατη επέμβαση που έκανε πρώτα ο χειρουργός στον εαυτό του. Ακόμα κι έτσι, ο ασθενής πέθανε.

Ένας καλός γιατρός, πιστεύει ο Smith, θα πρέπει να πεθάνει μαζί με τον ασθενή του, όπως ένας καπετάνιος πρέπει να βουλιάξει με το πλοίο του. Η συζήτηση για μια προφανή νεκρολογία για τον Bobby Watson αποσπά σύντομα τις περαιτέρω πληροφορίες ότι ο άνδρας είναι νεκρός εδώ και τρία χρόνια, ότι άφησε ένα πραγματικά καλοδιατηρημένο πτώμα, ότι η σύζυγός του (ονομάζεται επίσης Bobby Watson, όπως και ο γιος και η κόρη τους) δεν είναι ελκυστική γιατί είναι πολύ μελαχρινή, πολύ χοντρή, πολύ χλωμή και πολύ αδύνατη.Nicolas Bataille, second from right, in La Cantrice Chauve at Les Noctambules in May 1950

Nicolas Bataille, second from right, in La Cantrice Chauve at Les Noctambules in May 1950

Μάιος 1950, Παρίσι

Οι οικοδεσπότες φεύγουν γρήγορα για να αλλάξουν ρούχα, ενώ στην σκηνή εμφανίζονται οι Martins οι οποίοι συμπεριφέρονται σαν δύο ξένοι που συναντιούνται για πρώτη φορά και ανακαλύπτουν δειλά δειλά τα πρώτα κοινά τους στοιχεία. Τελικά, μετά από κάποια συζήτηση ανακαλύπτουν ότι παλιά ήταν παντρεμένοι. Παρόλο που παρουσιάζονται ως σύζυγοι, οι Martins (σε μια από τις πιο διάσημες σκηνές του σύγχρονου δράματος) αρχίζουν να μιλούν μεταξύ τους με την αδεξιότητα μεταξύ αγνώστων σε ένα τρένο. Ο κύριος και η κυρία Smith επιστρέφουν στην σκηνή, χωρίς να έχουν αλλάξει ρούχα, προσποιούμενοι όμως, ότι φοράνε τις καλύτερες ενδυμασίες προς τιμήν των επισκεπτών. Μετά από κάποια αμηχανία αρχίζουν να συζητούν και να διηγούνται τα βαρετά γεγονότα της ημέρας, δίχως κανένα νόημα. Ξαφνικά χτυπάει το κουδούνι. Ο κύριος και η κυρία Smith ανοίγουν την πόρτα, αλλά δεν είναι κανείς. Αυτό συμβαίνει τρεις φορές και την τέταρτη παρουσιάζεται ένας αρχιπυροσβέστης, που ψάχνει απεγνωσμένα να σβήσει μια φωτιά- δήθεν ότι κάνει κάτι. Οι οικοδεσπότες του προτείνουν να μείνει για λίγο και να τους κάνει συντροφιά. Ο πυροσβέστης δέχεται και αρχίζει να λέει ιστορίες χωρίς νόημα, τις οποίες ανταποδίδει ο κύριος Smith με την ίδια ικανότητα. Εν τω μεταξύ αναμιγνύονται και η κυρία Smith και η υπηρέτρια λέγοντας τα δικά τους. H υπηρέτρια κάποια στιγμή αγκαλιάζει τον πυροσβέστη αποκαλύπτοντας ότι οι δυο τους παλιά ήταν ερωτικό ζευγάρι. Ο κύριος Smith την απολύει. Ο πυροσβέστης φεύγει και αυτός, ρωτώντας «τι κάνει η φαλακρή τραγουδίστρια;» και η κυρία Smith απαντά: «φοράει ακόμα την ίδια περούκα».

Ο κύριος και η κυρία Smith έχουν μείνει μόνοι. Λένε λίγες μόνο λέξεις και το έργο τελειώνει με το ρητό "C’est pas par là, c’est par ici" («δεν είναι εκεί, εδώ είναι»). Στην σκηνή μένουν ο κύριος και η κυρία Martin που έχουν πάρει την θέση του κύριου και της κυρίας Smith.

 

 

Το βασικό νόημα του έργου - αυτής της διάσημης παρωδίας του Ευγένιου Ιονέσκου, είναι ότι οι χαρακτήρες του είναι θύματα της ίδιας τους της γλώσσας, αιχμάλωτοι της καθημερινότητας, βυθισμένοι σε μια θάλασσα μοναξιάς, επιφανειακών σχέσεων και των ανιαρών συνανθρώπων. Τόσο οι Smith όσο και οι Martin δεν είναι σε θέση να συνομιλήσουν, διότι έχουν καταναλώσει όλες τους τις ιδέες, και δεν είναι σε θέση να νιώσουν κανένα συναίσθημα.