09 Ιουνίου 2022

Κάρολος Ντίκενς | Ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας

Στις 9 Ιουνίου του 1870 έφυγε από τη ζωή ένας από τους πιο διάσημους `Αγγλους μυθιστηριογράφους & από τους καλύτερους συγγραφείς της Βικτωριανής Εποχής, ο οποίος έλεγε : Να έχεις μια καρδιά που ποτέ δεν σκληραίνει, ένα χαρακτήρα που ποτέ δεν κουράζει, ένα άγγιγμα που ποτέ δεν πονά.
Στις 9 Ιουνίου του 1870 έφυγε από τη ζωή ένας από τους πιο διάσημους `Αγγλους μυθιστηριογράφους & από τους καλύτερους συγγραφείς της Βικτωριανής Εποχής, ο οποίος έλεγε : Να έχεις μια καρδιά που ποτέ δεν σκληραίνει, ένα χαρακτήρα που ποτέ δεν κουράζει, ένα άγγιγμα που ποτέ δεν πονά.

“Το αν θα είμαι τελικά ο πρωταγωνιστής της δικής μου ζωής ή αν αυτή τη θέση θα την καταλάβει κάποιος άλλος, θα φανεί στις επόμενες σελίδες.”

(η πρώτη φράση από τον «David Coperfield»)

 

Υπήρξε ένας από τους διασημότερους Άγγλους μυθιστοριογράφους  και από τους καλύτερους συγγραφείς της Βικτωριανής Εποχής. Καθ`όλη τη διάρκεια της ζωής του, η δημοτικότητά του   δεν μειώθηκε ποτέ  και σήμερα ακόμη η εκτίμηση για το έργο του είναι πολύ υψηλή.

Ένας από τους σφοδρότερους επικριτές τόσο των ταξικών διαιρέσεων της αγγλικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, καθώς και της τεράστιας φτώχειας, την οποία σήμανε για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού η Βιομηχανική Επανάσταση. Ο Κάρολος Ντίκενς ήταν ο συγγραφέας των φτωχών, των ανήμπορων και των ξεγυμνωμένων.

British novelist Charles Dickens sat in his study in Gads Hill near Rochester, Kent circa 1860

Γεννήθηκε στο Λάντπορτ του Πόρτσμουθ, στις 7 Φεβρουαρίου 1812. Ήταν το δεύτερο από τα οκτώ παιδιά του Τζον Ντίκενς (1786–1851), υπάλληλου στο Γραφείο Μισθώσεων του Ναυτικού, και της συζύγου του Ελίζαμπεθ Ντίκενς (1789–1863). Η οικογένεια Ντίκενς μετακόμισε στο Λονδίνο το 1814 και δύο χρόνια αργότερα στο Τσάθαμ του Κεντ, όπου ο Κάρολος πέρασε τα πρώτα χρόνια της παιδικής του ηλικίας. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών επέστρεψαν στο Λονδίνο το 1822, όπου εγκαταστάθηκαν στο Camden Town, μια φτωχή γειτονιά του Λονδίνου.

“Έχω υποφέρει, και αυτό με έχει κάνει πιο δυνατό από κάθε άλλο μάθημα. Έχω λυγίσει και έχω σπάσει παίρνοντας -ελπίζω- ένα καλύτερο σχήμα.”

 

 

Η καθοριστική στιγμή της ζωής του Ντίκενς συνέβη όταν ήταν 12 ετών. Ο πατέρας του, ο οποίος δυσκολευόταν να διαχειριστεί χρήματα και ήταν συνεχώς χρεωμένος, φυλακίστηκε στη φυλακή του οφειλέτη Marshalsea το 1824. Εξαιτίας αυτού, ο Charles αποσύρθηκε από το σχολείο και αναγκάστηκε να εργαστεί σε μια αποθήκη που λούστραρε παπούτσια να βοηθήσει στη στήριξη της οικογένειας. Αυτή η εμπειρία άφησε βαθιές ψυχολογικές και κοινωνιολογικές επιπτώσεις στον Charles. Του έδωσε μια από πρώτο χέρι γνωριμία με τη φτώχεια και τον έκανε την πιο δυναμική και επιδραστική φωνή της εργατικής τάξης.

Charles Dickens Giving a Reading

Μετά από λίγους μήνες, ο πατέρας του Ντίκενς αφέθηκε ελεύθερος από τη φυλακή και ο Κάρολος επέστρεψε στο σχολείο. Στα δεκαπέντε του τελείωσε η επίσημη εκπαίδευσή του και βρήκε δουλειά ως υπάλληλος γραφείου σε δικηγόρο, ενώ σπούδαζε στενογραφία τη νύχτα. Από το 1830 εργάστηκε ως στενογράφος στα δικαστήρια και στη συνέχεια ως κοινοβουλευτικός ρεπόρτερ και δημοσιογράφος σε εφημερίδες.

 “Ο πρώτος κανόνας στις επιχειρήσεις είναι: κάνε στους άλλους αυτό που θα έκαναν εκείνοι σε σένα.”

 

Το 1833 ο Ντίκενς άρχισε να συνεισφέρει διηγήματα και δοκίμια σε περιοδικά. Το A Dinner at Popular Walk ήταν η πρώτη δημοσιευμένη ιστορία του Ντίκενς. Εμφανίστηκε στο Monthly Magazine τον Δεκέμβριο του 1833. Το 1834, ακόμα ρεπόρτερ εφημερίδων, υιοθέτησε το σύντομα διάσημο ψευδώνυμο Boz. Το πρώτο βιβλίο του Ντίκενς, μια συλλογή ιστοριών με τίτλο Sketches by Boz, εκδόθηκε το 1836. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την Κάθριν Χόγκαρθ, κόρη του εκδότη του Evening Chronicle. Μαζί απέκτησαν 10 παιδιά προτού χωρίσουν το 1858.

 

Αν και το κύριο επάγγελμα του Ντίκενς ήταν μυθιστοριογράφος, συνέχισε τη δημοσιογραφική του δουλειά μέχρι το τέλος της ζωής του, επιμελούμενος τις καθημερινές ειδήσεις. Οι διασυνδέσεις του με διάφορα περιοδικά και εφημερίδες του έδωσαν την ευκαιρία να αρχίσει να δημοσιεύει τη δική του μυθοπλασία στην αρχή της καριέρας του.

 

Tα The Posthumous Papers of the Pickwick Club δημοσιεύονταν σε μηνιαία μέρη από τον Απρίλιο του 1836 έως τον Νοέμβριο του 1837. Το Pickwick έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή έργα της εποχής, συνεχίζοντας να είναι έτσι μετά τη δημοσίευσή του σε μορφή βιβλίου το 1837. Μετά την επιτυχία του Pickwick, ο  Ντίκενς ξεκίνησε μια καριέρα πλήρους απασχόλησης ως μυθιστοριογράφος, παράγοντας έργα αυξανόμενης πολυπλοκότητας με απίστευτο ρυθμό: Oliver Twist (1837-39), Nicholas Nickleby (1838-39), The Old Curiosity Shop και Barnaby Rudge ως μέρος του Master Humphrey`s Clock (1840-41), όλα εκδίδονται σε μηνιαίες δόσεις πριν γίνουν βιβλία.

 

Το 1842 ταξίδεψε με τη σύζυγό του στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, κάτι που οδήγησε στα αμφιλεγόμενα American Notes (1842) και είναι επίσης η βάση ορισμένων από τα επεισόδια του Martin Chuzzlewit. Σύντομα θα ακολουθούσε η σειρά των πέντε Χριστουγεννιάτικων Βιβλίων του Ντίκενς. A Christmas Carol (1843), The Chimes (1844), The Cricket on the Hearth (1845), The Battle of Life (1846) και The Haunted Man (1848). Αφού έζησε για λίγο στο εξωτερικό στην Ιταλία (1844) και την Ελβετία (1846), ο Ντίκενς συνέχισε την επιτυχία του με τους Dombey and Son (1848), τους κυρίως αυτοβιογραφικούς David Copperfield (1849-50), Bleak House (1852-53), Hard Times (1854) , Little Dorrit (1857), A Tale of Two Cities (1859) και Great Expectations (1861).

Το 1856 η δημοτικότητά του του επέτρεψε να αγοράσει το Gad`s Hill Place, ένα κτήμα που θαύμαζε από την παιδική του ηλικία. Το 1858 ο Ντίκενς ξεκίνησε μια σειρά από πληρωμένα αναγνώσματα, τα οποία έγιναν αμέσως δημοφιλή.Εκείνη τη χρονιά, μετά από μια μακρά περίοδο δυσκολιών, χώρισε από τη γυναίκα του. Ήταν επίσης περίπου εκείνη την εποχή που ο Ντίκενς είχε εμπλακεί σε σχέση με μια νεαρή ηθοποιό που ονομαζόταν Έλεν Τέρναν. Η ακριβής φύση της σχέσης τους είναι ασαφής, αλλά ήταν ξεκάθαρα κεντρική στην προσωπική και επαγγελματική ζωή του Ντίκενς.Actress Ellen Ternan, reputedly the mistress of Charles Dickens.

 

“Να έχεις μια καρδιά που ποτέ δεν σκληραίνει, ένα χαρακτήρα που ποτέ δεν κουράζει, ένα άγγιγμα που ποτέ δεν πονά.”

 

Σε διάφορα περιοδικά σε συνέχειες άρχισαν να εμφανίζονται πολλά από τα εξαιρετικά ενδιαφέροντα μυθιστορήματά του για την κοινωνική μεταρρύθμιση. Αυτό ήταν διαδεδομένο για εκείνη την εποχή. Αντίθετα με άλλους συγγραφείς, οι οποίοι ολοκλήρωναν τα μυθιστορήματά τους πριν τα εκδώσουν σε συνέχειες, ο Κάρολος Ντίκενς έγραφε το μυθιστόρημά του και το εξέδιδε συγχρόνως σε συνέχειες. Αυτό προσέδωσε στις ιστορίες του ένα συγκεκριμένο ρυθμό, ο οποίος τονιζόταν από δραματικές στιγμές  και είχε ως αποτέλεσμα το κοινό να περιμένει με ανυπομονησία τη συνέχεια του μυθιστορήματος. Τα μυθιστορήματά του και οι μικρές ιστορίες του είχαν πάντα τέτοια συνεχή δημοτικότητα που δεν έπαψαν ποτέ να εκδίδονται. 

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ντίκενς επιδείνωσε την φθίνουσα υγεία του κάνοντας πολλές αναγνώσεις. Κατά τις αναγνώσεις του το 1869 κατέρρευσε, εμφανίζοντας συμπτώματα ήπιου εγκεφαλικού. Υποχώρησε στο Gad`s Hill και άρχισε να εργάζεται στον Edwin Drood, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Ο Κάρολος Ντίκενς πέθανε στο σπίτι του στις 9 Ιουνίου 1870 μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο. Σε αντίθεση με την επιθυμία του να ταφεί στον καθεδρικό ναό του Ρότσεστερ, θάφτηκε στη Γωνιά των Ποιητών του Αβαείου του Γουέστμινστερ. Η επιγραφή στον τάφο του γράφει:

«Συμπαθούσε τους φτωχούς, τους υποφέροντες και τους καταπιεσμένους· και με το θάνατό του, ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της Αγγλίας χάθηκε από τον κόσμο».

"Ο ισόβιος έρωτας του Ντίκενς με το αναγνωστικό του κοινό, ήταν σε τελευταία ανάλυση ο σημαντικότερος έρωτας της ζωής του" γράφει η καθηγήτρια Κάθλιν Τίλοτσον -ειδική στο έργο του συγγραφέα.leather bound books. - charles dickens stock pictures, royalty-free photos & images