21 Μαΐου 2020

Μέγας Κωνσταντίνος | Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας που ανακηρύχθηκε Άγιος επειδή υποστήριξε παντοιοτρόπως το Χριστιανισμό

Η μνήμη του γιορτάζεται μαζί με εκείνη της μητέρας του, Αγίας Ελένης, στις 21 Μαίου. -Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Η μνήμη του γιορτάζεται μαζί με εκείνη της μητέρας του, Αγίας Ελένης, στις 21 Μαίου. -Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Ο Μέγας Κωνσταντίνος είναι ο άνθρωπος ο οποίος με το πολυσύνθετο έργο του, επηρέασε την παγκόσμια ιστορία. Ανακηρύχθηκε Άγιος και Ισαπόστολος από την Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή υποστήριξε παντοιοτρόπως τον Χριστιανισμό. Η μνήμη του γιορτάζεται μαζί με εκείνη της μητέρας του, Αγίας Ελένης, στις 21 Μαίου.  Ωστόσο, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν τον έχει εντάξει στη χωρεία των Αγίων της, καθώς η ιστορική έρευνα του χρεώνει  τη  δολοφονία του γιου του Κρίσπου και της δεύτερης γυναίκας του Φαύστας.

Ο Φλάβιος Βαλέριος Αυρήλιος Κωνσταντίνος γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου του 272 στην Ναϊσσό της Άνω Μοισίας. Πατέρας του ήταν ο Ρωμαίος αξιωματικός Κωνστάντιος Χλωρός και η μητέρα του η Ελένη. Δίπλα σε εκείνον έμαθε τα εγκύκλια γράμματα και από νέος  κατατάχθηκε στον ρωμαϊκό στρατό. Εκεί διακρίθηκε για τις διοικητικές του ικανότητες και για την εξαιρετική προσωπικότητά του. Ο πατέρας του τον προώθησε στα ανώτατα κλιμάκια της αυτοκρατορίας βοηθώντας και τη δική του ανέλιξη στη στρατιωτική ιεραρχία της Ρώμης.

Το 305 τον ακολούθησε στην εκστρατεία του στη Μεγάλη Βρετανία και αφού πεθαίνει στις 7 Ιουλίου του 306,  ανακηρύχθηκε από τα στρατεύματα διάδοχός του με τον τίτλο του Αυγούστου στο Εβόρακο. Εκείνη την εποχή, οι εντάσεις ήταν έντονες στην αυτοκρατορία λόγω της πολυαρχίας. Θέλησε, λοιπόν, ο Κωνσταντίνος, να κυριαρχήσει  πρώτα στο Δυτικό τμήμα κι έπειτα στο Ανατολικό. Πρώτα, όμως, έπρεπε να επικρατήσει του άλλου Αύγουστου της Δύσης, του Μαξέντιου.

Τον Οκτώβριο  του 312 συναντήθηκαν οι στρατοί του Κωνσταντίνου και του Μαξέντιου  στα περίχωρα της Ρώμης, κοντά στη Μουλβία γέφυρα του Τίβερη. Στις 27 Οκτωβρίου- παραμονή της μάχης- ο Κωνσταντίνος είδε το περίφημο όραμά του, σύμφωνα με το οποίο ακτίνες φωτός σχημάτισαν στον ουρανό ένα σταυρικό σύμπλεγμα με τη φράση “Εν τούτω Νίκα”. Αυτό το θεώρησε “θεία έμπνευση”, σε συνδυασμό με τις στρατιωτικές του ικανότητες, τον οδήγησαν την επομένη  στην περήφανη νίκη επί του Μαξέντιου. Μια νίκη που τον κατέστησε κυρίαρχο της Δύσης.

Παρότι δεν είχε την παραμικρή σχέση με τον Χριστιανισμό, διείδε τη δυναμική της θρησκείας αυτής και αποφάσισε να την υιοθετήσει και να την εντάξει στην πολιτική του. Το 313 υπέγραψε με τον σύμμαχό του στην Ανατολή Λικίνιο το “Διάταγμα των Μεδιολάνων”, με το οποίο κατοχυρωνόταν η αρχή της ανεξιθρησκείας και της θρησκευτικής ελευθερίας στην επικράτειά του. Το έδαφος είχε προετοιμαστεί από το 311 με το διάταγμα του αυτοκράτορα Γαλέριου, που έπαυε τους διωγμούς κατά των χριστιανών.

Οι φιλοδοξίες του Κωνσταντίνου δεν σταματούσαν με την επικράτησή του στη Δύση. Ήθελε να κυριαρχήσει σε όλη την αυτοκρατορία και γι` αυτό συγκρούστηκε πολύ σύντομα με τον σύμμαχό του στην Ανατολή και γαμπρό του Λικίνιο. Ο Κωνσταντίνος βγήκε νικητής σε μια σειρά μαχών και ναυμαχιών και το 324 κυριάρχησε σε ολόκληρη την αυτοκρατορία.

Αφού επικράτησε,  κύριο μέλημά του, ήταν η ανόρθωση της παραπαίουσας αυτοκρατορίας. Με μία σειρά μεταρρυθμίσεων που πραγματοποίησε, αποκατέστησε την ενότητα της αυτοκρατορικής εξουσίας περιορίζοντας τις κεντρόφυγες τάσεις, καταργώντας τα αξιωμάτα του Αύγουστου και του Καίσαρα και περιορίζοντας σε μεγάλο βαθμό τις εξουσίες της Συγκλήτου. Έκοψε το σόλιδο και προέβη σε μαζικές αγορές χρυσού. Αυτό, όχι μόνο σταθεροποιήθηκε αλλά έγινε και  το σταθερότερο νόμισμα στη διεθνή αγορά μέχρι τον 11ο αιώνα. Η μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στη Νέα Ρώμη ή Κωνσταντινούπολη, είχε καθοριστική σημασίας για τη ριζική ανανέωση της αυτοκρατορίας που επιδίωκε ο Κωνσταντίνος. Στις 11 Μαΐου του 330 έγιναν τα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας με εξαιρετική λαμπρότητα.

Η εκκλησία ήταν ευνοϊκή στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου καθώς έβλεπε το σταθερό του ενδιαφέρον για την αποκατάσταση της εσωτερικής της ενότητας, που είχε κλονιστεί από την αίρεση του Αρειανισμού. Συγκάλεσε γι`αυτό το λόγο το  325 στη Νίκαια της Βιθυνίας την Α` Οικουμενική Σύνοδο, καθορίζοντας το δόγμα του Χριστιανισμού (“Πιστεύω”). Στις 22 Μαΐου του 337 έφυγε από τη ζωή.  Λίγο πριν  βαπτίστηκε χριστιανός.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος παντρεύτηκε δύο φορές. Ο πρώτος γάμος ήταν το 303 τη Μινερβίνη, με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Κρίσπο. Ο δεύτερος γάμος του ήταν το 307 με τη Φαύστα, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά, τον Κωνσταντίνο, τον Κωνστάντιο, τον Κώνστα, την Κωνσταντίνα και την Ελένη. 

Ανάμεσα στην 15η Μαίου και 17η Ιουνίου του 326, ιστορικές έρευνες λένε ότι ο Κωνσταντίνος έδωσε εντολή να συλληφθεί και να εκτελεστεί, ο μεγαλύτερος γιος του (και γιος της Μινερβίνης), ο Κρίσπος με "ψυχρό δηλητήριο" στην Πούλα της Κροατίας. Ύστερα από εντολή της μητέρας του Ελένης, ο Κωνσταντίνος εκτέλεσε τη σύζυγό του Φαύστα. Η Φαύστα αφέθηκε να πεθάνει σε ένα υπερθερμασμένο λουτρό. Μετά από αυτά τα γεγονότα, τα ονόματά τους διαγράφηκαν από πολλές επιγραφές, οι αναφορές στη ζωή τους αφαιρέθηκαν από τα φιλολογικά αρχεία, και η μνήμη τους καταδικάστηκε. Λίγες αρχαίες πηγές αναλύουν τα πιθανά κίνητρα για τις εκτελέσεις τους. Κάποιες πηγές, πιο πρόσφατες αλλά ίσως αναξιόπιστες, λένε ότι ο Κρίσπος και η Φαύστα είχαν ερωτική σχέση μεταξύ τους. 

Γι`αυτό το λόγο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν αναγνωρίζει τον Μέγα Κωνσταντίνο ως Άγιο.