03 Ιουλίου 2019

Οδυσσέας Ελύτης & Ιουλίτα Ηλιοπούλου |Μια σπάνια σχέση έρωτα και αγάπης ανάμεσα στον σπουδαίο Έλληνα ποιητή & τη συνοδοιπόρο της ζωής του.

Η όμορφη Ιουλίτα μιλά για εκείνον και απαγγέλει το Μονόγραμμα- το ίσως πιο ερωτικό ποίημα που γράφτηκε ποτέ.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Η όμορφη Ιουλίτα μιλά για εκείνον και απαγγέλει το Μονόγραμμα- το ίσως πιο ερωτικό ποίημα που γράφτηκε ποτέ.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Ο Οδυσσέας Ελύτης ήταν ένας από τους σημαντικότερους ποιητές μας-ο δεύτερος και τελευταίος-μέχρι σήμερα Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ, από τα επίλεκτα μέλη της “γενιάς του `30”, στον χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Σύντροφος, συνοδοιπόρος του στη ζωή και μούσα του, ήταν η όμορφη ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Γνωρίστηκαν, ερωτεύθηκαν και αγαπήθηκαν μέχρι που ο σπουδαίος Ελύτης έφυγε από τη ζωή, στις 18 Μαρτίου του 1996.

Με τη συμπλήρωση των 21 ετών από τον θάνατο του κορυφαίου Έλληνα νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, η Ιουλίτα Ηλιοπούλου συνομίλησε με τον δημοσιογράφο Γιάννη Χατζηγεωργίου στο πολιτιστικό ένθετο Φιλgood της εφημερίδας Φιλελεύθερος στην Κύπρο. Η συνέντευξη είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Επέλεξα τέσσερα αποσπάσματα - όπου φαίνεται ο υπέροχος δεσμός που υπήρχε ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ανθρώπους - και σας τα παραθέτω:

Τη μαγεία αυτή του Οδυσσέα Ελύτη πώς την ανακαλύψατε εσείς; Ποιο ήταν δηλαδή το σημείο εκείνο που ο Οδυσσέας Ελύτης έγινε ο σημαντικότερος όλων για σας προσωπικά, για την καθημερινότητά σας, για την παρουσία του –ακόμη και εν τη απουσία του σήμερα;

Η πρώτη ουσιαστική συνάντησή μου μαζί του, με το έργο του εννοώ, έγινε όταν ήμουν μαθήτρια και διάβασα τα «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας». Από μία συλλογή ιδιότυπη, μπορεί να πει κανείς, ποιημάτων θεωρίας, προσέγγισα μετά και τον λυρισμό και τον φιλοσοφικό στοχασμό και τη μαγεία της γλώσσας του. Η συνάντηση αυτή συνεχίζεται –η επαφή και μελέτη του έργου του εννοώ.

Ποιες ήταν ωστόσο οι δυσκολίες τού να συμβιώνετε με μία από τις σημαντικότερες μορφές πνευματικότητας της Ελλάδας;

Ο Ελύτης δεν έχανε ποτέ το ανθρώπινο μέτρο. Ζούσε απλά, εφαρμόζοντας στη ζωή του αρχές του έργου του, ζούσε τιμώντας το λίγο και ακριβές, το ουσιαστικό, το ταπεινό που μπορεί να είναι ανεκτίμητο. Είχε μεγάλη ενέργεια, θετική στάση απέναντι στη ζωή, σεβασμό για τον άλλο. Έδινε χώρο σε όσους αγαπούσε, ενδιαφερόταν να βρει ο άλλος τον δικό του δρόμο. Αυτά όλα είναι πολύτιμα σε μία συνύπαρξη.

Σε ποιες στιγμές βρίσκεται παρών στη ζωή σας σήμερα;

Μα, οι άνθρωποι που αγαπούμε ζουν μέσα μας έτσι κι αλλιώς. Ο Ελύτης μάλιστα είναι διαρκώς παρών. Μην ξεχνάτε ότι ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς μου –εκτός της προσωπικής μου γραφής– έχει σχέση με το έργο του. Μελετώ το έργο του, συνεργάζομαι με μεταφραστές και μελετητές γι’ αυτό, απαγγέλλω ποίησή του.

Σημαντικό κομμάτι της ποίησής του είναι και ο έρωτας. Πώς τον αντιλαμβανόταν; Ως έναν ακόμη θεό; Ως κάτι αθώο; Ως κάτι που όταν συμβαίνει σιωπούν όλα τα άλλα της ύπαρξης;

Ο έρωτας είναι ένα πρωταρχικό στοιχείο στο έργο του, που διαχέεται στη γραφή του, που υπάρχει είτε ως ερωτική σύλληψη του κόσμου, είτε ως αισθήσεις επεξεργασμένες πνευματικά, είτε ως φυσική προσέγγιση. Είναι ό έρωτας μες «στην αγκαλιά ο ένας του άλλου», αλλά και η πίστη «ότι ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε αυτό που οι μάγοι διατείνονται. Αλλά ζωή δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα».

Το "Μονόγραμμα" του Οδυσσέα Ελύτη, είναι για εμένα το πιο ερωτικό και βαθιά τρυφερό ποίημα που γράφτηκε ποτέ. Το δημιούργησε στα 60 του χρόνια...

Από τον τίτλο του, μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί αλλά και να βγάλει κάποια συμπεράσματα για το τί θα επακολουθήσει...

Μονόγραμμα είναι ένα γράμμα ή ο συνδυασμός δύο ή περισσότερων γραμμάτων- συνήθως τα αρχικά ονόματος- για τη δημιουργία μιας σφραγίδας. Θα μπορούσε, κάλλιστα, να είναι απότα αρχικά του ονόματος της αγαπημένης του ποιητή ή ακόμα και ο συνδυασμός των αρχικών γραμμάτων από τα ονόματά του ζευγαριού. Αυτό το μονόγραμμα, μπορεί να δημιουργήσει μια σφραγίδα του "έρωτα", ενώνοντας με αυτόν τον τρόπο τους δύο ερωτευμένους για πάντα μαζί.

Πρόκειται για μια ερωτική τραγωδία καθώς οι δύο ερωτευμένοι αντιμετωπίζουν σφοδρή εναντίωση στον έρωτά τους. Η κοπέλα μην αντέχοντας την κοινωνική κατακραυγή, οδηγείται στην ακραία πράξη της αυτοκτονίας. Ο αγαπημένος της, -τραγική φιγούρα πια, εξαιτίας του πρόωρου και αιφνίδιου θανάτου της- λέει λόγια προς εκείνη. Πρόκειται για ένα θρηνητικό μονόλογο που αγγίζει την καρδιά. Με το χαρακτήρα της ερωτικής εξομολόγησης απευθύνεται στην αγαπημένη του που έφυγε, έστω και αν δεν υπάρχει πια δυνατότητα για απόκριση.

Στο βίντεο που ακολουθεί, απαγγέλουν η Ιουλίτα Ηλιοπούλου και ο Μίκης Θεοδωράκης.

ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ (1971)

Θα πενθώ πάντα -μ` ακούς;- για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο

ΙΘα γυρίσει αλλού τις χαρακιές

Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος

Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός

Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

II

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ` άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα πίστεψέ με και τα μη
Μια στον αέρα, μια στη μουσική

Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν` ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ` τις ξερολιθιές, πίσω απ` τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά

Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό

Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο

Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.

III

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ` αγαπώ και στην αγάπη ξέρω

Να μπαίνω σαν Πανσέληνος

Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ` αχανή σεντόνια

Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη

Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω

Μέσ` από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές

Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Ακουστά σ` έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το τι και το ε
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ` αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο

Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά

Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά

Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες

Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει

Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει

Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ

Επειδή σ` αγαπώ και σ` αγαπώ

Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά

Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ` ουρανού με τ` άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν` αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ` αλλού φερμένο
Δεν τ` αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ` ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

IV

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ` ακούς

Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ` ακούς

Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ` ακούς

Μαχαίρι

Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς

Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ` ακούς

Είμ` εγώ, μ` ακούς

Σ` αγαπώ, μ`ακούς

Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ

Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ` ακούς

Που μ` αφήνεις, που πας και ποιος, μ` ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ` τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα `ρθει μέρα, μ` ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ` ακούς

Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ` ακούς

Των ανθρώπων

Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει

Στα νερά ένα ένα, μ` ακούς

Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ` ακούς

Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ` ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες

Των Αγίων

Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ` ακούς

Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ` ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω

Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς

Πουθενά δεν πάω, μ` ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ` ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ` ακούς

Της αγάπης

Μια για πάντα το κόψαμε

Και δε γίνεται ν` ανθίσει αλλιώς, μ` ακούς

Σ` άλλη γη, σ` άλλο αστέρι, μ` ακούς

Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας

Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ` ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ` άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ` ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ` ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ` ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ` ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;

Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ` εγώ που φωνάζω κι είμ` εγώ που κλαίω, μ` ακούς
Σ` αγαπώ, σ` αγαπώ, μ` ακούς.

V

Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς

Με σοφές παραμάνες και μ` αντάρτες απόμαχους

Από τι να `ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού

Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου

Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να `ρθω

Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο

Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει

Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι

Στα μέρη τ` αψηλά της Κρήτης τίποτα

Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι

Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ` όλο το γύρο

Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά

Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά

Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ` άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης

Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη

Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή

Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή

Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ` όλα της τα βοτάνια

Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική

Που διώχνω μέσα μου αλλ` αυτή γυρίζει δυνατότερη

Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ

Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο

Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή

Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση

Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.

VI

Έχω δει πολλά και η γη μέσ` απ` το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
της θάλασσας

Έτσι σ` έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να `χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν` ακολουθεί

Και να παίζει με τ` άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!

Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί

Πριν από την αγάπη και μαζί

Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι

Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο

Μόνος, και ας είμ` εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο

Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ` ολοστρόγγυλο

Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
τον Παράδεισο!

VII

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ` άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.