11 Σεπτεμβρίου 2018

Sigmund Freud | Όταν στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης του αποκαλύφθηκε το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα

Sigmund Freud | Οιδιπόδειο σύμπλεγμα
Το μοναδικό, θρυλικό ταξίδι του πατέρα της ψυχανάλυσης, στην Ελλάδα, του αποκάλυψε ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ψυχής.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Το μοναδικό, θρυλικό ταξίδι του πατέρα της ψυχανάλυσης, στην Ελλάδα, του αποκάλυψε ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ψυχής.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Ο Sigmund Freud είναι ένας από τους πλέον βαθυστόχαστους αναλυτές του 20ου αιώναπου μελέτησε και προσδιόρισε έννοιες όπως το ασυνείδητο, η απώθηση και η παιδική σεξουαλικότητα. 

Οι επιστημονικές θεωρίες του και οι τεχνικές θεραπείας που ανέπτυξε θεωρήθηκαν ιδιαίτερα καινοτόμες και αποτέλεσαν αντικείμενα έντονης αμφισβήτησης όταν παρουσιάστηκαν στη Βιέννη του 19ου αιώνα. Μέχρι και σήμερα προκαλούν έντονο προβληματισμό και αντιπαραθέσεις οι θεωρίες του. 

Η επίδραση του Freud δεν περιορίστηκε μόνο στην ψυχολογία και την ψυχιατρική, αλλά απλώθηκε σε πολλούς τομείς της επιστήμης(ανθρωπολογία, κοινωνιολογία, φιλοσοφία) και της τέχνης.

Ο Freud επισκέφτηκε για μία και  μοναδική φορά στην Ελλάδα, το φθινόπωρο του 1904.  Ήταν 3 Σεπτεμβρίου, με δρομολόγιο της εταιρείας Lloyd, συνοδευόμενος από τον μικρό του αδερφό Alexander.

Έφτασαν στην Αθήνα, στο δωμάτιο 31 του ξενοδοχείου «Αθηνά». Ο Freud φόρεσε  το καλύτερο του πουκάμισο για να ξεκινήσουν τη βόλτα τους. Επισκέφτηκαν το Θησείο, ήπιαν καφέ κι ανέβηκαν στην Ακρόπολη όπου έμειναν για 2 ώρες. Την επόμενη μέρα πήγαν ξανά εκεί αλλά η βροχή  τους έκανε να καταφύγουν στο υπόστεγο του Μουσείου. Δυστυχώς, αυτό  ήταν κλειστό κι έτσι έμειναν να θαυμάζουν την θέα της πόλης από ψηλά.

Δεν έχουν σωθεί φωτογραφίες από αυτό το ταξίδι, υπάρχουν όμως επιστολικά δελτάρια που ο Freud΄έστειλε στη σύζυγό του, τη Martha. Από αυτά, λοιπόν, γνωρίζουμε πως μετά την Αθήνα, τα δύο αδέρφια πήγαν με το τρένο στην Κόρινθο, την πόλη της παιδικής ηλικίας του Οιδίποδα, και στη συνέχεια  επισκέφτηκαν την Πάτρα, απ’ όπου κι αναχώρησαν στις 10 το βράδυ, της 6ης Σεπτεμβρίου, με προορισμό την Τεργέστη.

Σημαντικές ώρες για το Freud, που  τις θυμόταν ως το θάνατό του. Ο λόγος; Εκεί έπαθε κάτι που ο ίδιος ονόμασε «σύγχυση της μνήμης» και το περιέγραψε σε γράμμα που έστειλε στον φίλο του Romain Rolllan.  Ένιωθε σαν να μην πίστευε ότι  υπήρχε το συγκεκριμένο μνημείο, αν και είχε   τόσα είχε μάθει και διαβάσει γι`αυτό...

Ιδιαίτερα αναστατωμένος από αυτή την εμπειρία,  δεν κατάφερε να την αναλύσει ικανοποιητικά παρά μόνο 32 χρόνια μετά το συμβάν. Τότε, λοιπόν, γράφει γράμμα στον Ρομέν Ρολάν με τίτλο «Ανάμνηση μιας Διαταραχής στην Ακρόπολη», όπου προσπαθεί να αυτο-αναλύσει την εμπειρία του  στον ιερό βράχο.

Στο γράμμα του προς τον Rolland ο Freud αυτο-αναλύεται και "οδηγείται" πίσω στα παιδικά του χρόνια , όταν ο Φρόυντ είχε ταξιδιωτικά όνειρα. Την περίοδο που ήθελε ξεφύγει από την οικογενειακή ατμόσφαιρα, τους περιορισμούς και την φτώχεια.

Ταυτόχρονα, όμως ένιωθε ενοχή , αφού η επίσκεψη στην Αθήνα σήμαινε ότι ο Freud είχε ξεπεράσει τον πατέρα του, που ήταν πολύ φτωχός για να ταξιδέψει, και αμόρφωτος για να έχει οποιοδήποτε ενδιαφέρον για αυτά τα μέρη. Η άνοδος στην Ακρόπολη στο μυαλό του Freud ήταν η επιβεβαίωση ότι είχε ξεπεράσει τον πατέρα του, κάτι που ένας γιος δεν επιτρεπόταν να κάνει.

Εκεί, λοιπόν, στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, το «Οιδιπόδειο σύμπλεγμα» που θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ψυχής, αποκαλυπτόταν από το 1904 στον άνθρωπο που έμελλε να γίνει πατέρας της ψυχανάλυσης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Freud ήταν λάτρης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, άριστος γνώστης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας -γι`αυτό το σύνδρομο το ονόμασε οιδιπόδειο. Το ταξίδι στην Ελλάδα αναλύεται στο βιβλίο του Ernest Jones, Sigmund Freud :Η ζωή και το έργο του.

Γράφει ο Freud στην επιστολή του στον Romain Rolland :

«Αμφέβαλα αν θα έβλεπα ποτέ την Αθήνα με τα ίδια μου τα μάτια. Το να πάω τόσο μακριά, «να κάνω τον δικό μου δρόμο, μου φαινόταν εκτός κάθε δυνατότητας. Αυτό το αίσθημα ήταν συνδεδεμένο με την οικονομική δυσπραγία και τις φτωχές συνθήκες ζωής μας όταν ήμουν νέος. Και σίγουρα, τα όνειρά μου για ταξίδια εξέφραζαν επίσης το πάθος να αποδράσω από την οικογενεικάη ατμόσφαιρα, αυτό το ίδιο πάθος που ωθεί τόσους εφήβους να φεύγουν από το σπίτι. Είχα καταλάβει από καιρό ότι ένα μέρος της επιθυμίας μου να ταξιδέψω οφειλόταν σε αυτή την επιθυμία να έχω ελεύθερη ζωή, με άλλα λόγια στην δυσαρέσκειά μου από την οικογένεια. Οταν κάποιος βλέπει την θάλασσα για πρώτη φορά, όταν διασχίζει τον ωκεανό, πόλεις και πραγματικά τοπία που τα ονειρευόταν από καιρό ως μακρινά και απροσπέλαστα, νιώθει σαν ήρωας που έκανε απίστευτα κατορθώματα.

«Θα μπορούσα εκείνη τη μέρα στην Ακρόπολη να είχα πει στον αδελφό μου: «Θυμάσαι που όταν ήμαστε μικροί, περπατούσαμε κάθε μέρα στους ίδιους δρόμους για να πάμε στο σχολείο, και πως κάθε Κυριακή πηγαίναμε στο Πράτερ ή εκδρομή σε ένα μέρος που ξέραμε πολύ καλά; Και τώρα, είμαστε στην Αθήνα, επάνω στην Ακρόπολη! Μα την αλήθεια, διαβήκαμε μεγάλη απόσταση!...»

«Πρέπει να παραδεχθώ ότι ένα αίσθημα ενοχής μένει συνδεδεμένο με την απόλαυση όταν κάποιος πετυχαίνει τους στόχους του: Ενυπάρχει εδώ κάτι άδικο και απαγορευμένο. Αυτό εξηγείται από την κριτική του παιδιού προς τον πατέρα ... όλα συμβαίνουν λες και το πρωταρχικό στοιχείο στην επιτυχία είναι να πας πιο μακριά από τον πατέρα σου, και ταυτόχρονα σαν να ήταν πάντα απαγορευμένο να τον ξεπεράσεις».

«...Ο πατέρας μας ήταν έμπορας, δεν είχε κάνει λυκειακές σπουδές, η Αθήνα δεν σήμαινε πολλά πράγματα για εκείνον. Ετσι, αυτό που μας εμπόδιζε να απολαύσουμε το ταξίδι μας ήταν ένα αίσθημα λύπησης».

Ακολουθούν αποσπάσματα από το βιβλίο...

«Τον Αύγουστο του 1904, ο Φρόυντ, συνοδευόμενος για μια φορά ακόμη από τον Αλέξανδρο (τον αδερφό του), ξεκίνησε για την Ελλάδα. Το πρωί της 30ης Αυγούστου σαλπάρησαν για το Μπρίντεζι, ταξίδι είκοσι τεσσάρων ωρών. Μεταξύ των επιβατών ήταν και ο καθηγητής Dorpfeld, βοηθός του περίφημου αρχαιολόγου Σλήμαν. Ο Φρόυντ κοίταζε με δέος τον άνθρωπο που είχε βοηθήσει στην ανακάλυψη της Τροίας, αλλά ήταν υπερβολικά ντροπαλός για να τον πλησιάσει. Την επόμενη μέρα έμειναν τρεις ώρες στην Κέρκυρα που ο Φρόυντ παρομοίωσε με την Ραγούσα. Είχε καιρό να επισκεφτεί τα δυο παλιά βενετσιάνικα φρούρια εκεί. Το πλοίο έπιασε στην Πάτρα το επόμενο πρωί, συνέχισε για τον Πειραιά και το μεσημέρι 3 Σεπτεμβρίου ήσαν στην Αθήνα. Η πρώτη εντύπωσή του από το Θησείο, μια εντύπωση αλησμόνητη και απερίγραπτη.

Το επόμενο πρωί πέρασαν δύο ώρες στην Ακρόπολη, επίσκεψη για την οποία ο Φρόυντ είχε προετοιμαστεί φορώντας το καλύτερο πουκάμισό του. Γράφοντας στους δικούς του ανέφερε ότι η εμπειρία του εκεί ξεπέρασε ό,τι είχε δει ποτέ του ή μπορούσε να φανταστεί, και όταν θυμηθούμε τον πλούτο των κλασικών γνώσεων με τον οποίο ήταν εφοδιασμένο το πνεύμα του από τα παιδικά του χρόνια και δώθε, καθώς και την ευαισθησία του απέναντι στην ομορφιά, μπορούμε να καταλάβουμε πολύ καλά τι σήμαιναν γι’ αυτόν οι εντυπώσεις. Πάνω από είκοσι χρόνια αργότερα είπε πως οι κολόνες στο χρώμα του κεχριμπαριού της Ακρόπολης ήταν τα ωραιότερα πράγματα που είχε δει στη ζωή του. Καθώς στεκόταν εκεί είχε μια περίεργη ψυχολογική εμπειρία που ανέλυσε πολλά χρόνια αργότερα σε ένα γράμμα του στον Ρομαίν Ρολάν. Ήταν μια παράξενη άρνηση να πιστέψει στην πραγματικότητα αυτού που βρισκόταν μπροστά στα μάτια του και έφερε σε αμηχανία τον αδελφό του ρωτώντας τον αν ήταν αλήθεια ότι βρίσκονταν πραγματικά στην Ακρόπολη. Στη λεπτή ανάλυση που δημοσίευσε αργότερα, ο Φρόυντ ανήγαγε την προέλευση αυτής της αίσθησης δυσπιστίας στο γεγονός ότι στα φτωχά παιδικά του χρόνια θα θεωρούσε απίθανη την ιδέα να είναι κάποτε σε θέση να επισκεφτεί ένα τόσο υπέροχο μέρος, κι αυτό με τη σειρά του συνδεόταν με την απαγορευμένη επιθυμία να ξεπεράσει σε επιτεύγματα τον πατέρα του. Συνέκρινε τον μηχανισμό που βρίσκεται επί τω έργω μ’ εκείνον που λειτουργεί στους ανθρώπους που δεν μπορούν να υποφέρουν την επιτυχία.

Με την ευκαιρία αυτή ο Φρόυντ αναγκάστηκε να μάθει πόσο διαφορετικά ήσαν τα αρχαία από τα νέα ελληνικά. Είχε τέτοια εξοικείωση με τα πρώτα, που στα νιάτα του είχε γράψει το ημερολόγιό του στα ελληνικά, αλλά τώρα καθοδηγώντας τον αμαξά του να τον πάει στο ξενοδοχείο Αθηνά απέτυχε, παρ’ όλες τις παραλλαγές στην προφορά, να γίνει κατανοητός και δεν του έμενε πια παρά να γράψει ταπεινωμένος τη λέξη.

Ο Φρόυντ πέρασε και την επόμενη μέρα στην Ακρόπολη. Έφυγαν από την Αθήνα στις 6 Σεπτεμβρίου, πήραν το τραίνο για την Κόρινθο και στη συνέχεια κατά μήκος του Κορινθιακού κόλπου έφθασαν στην Πάτρα όπου βρήκαν το καράβι που σαλπάριζε στις δέκα εκείνο το βράδυ. Έπειτα πίσω στην πατρίδα μέσω Τεργέστης.»