11 Νοεμβρίου 2018

Ο Ηλίθιος του Φ. Ντοστογιέφσκι | Ο πιο ξεχωριστός χαρακτήρας με απόθεμα αγάπης, που υπήρξε ποτέ στην παγκόσμια λογοτεχνία

Φίοντορ Ντοστογιέφσκι | Ο Ηλίθιος | βιβλίο | αριστούργημα
Ένας αγνός άνθρωπος ο οποίος μακάρι να μπορούσε να κλωνοποιηθεί στην πραγματικότητα. Ο Ντοστογιέφσκι γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1821.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Ένας αγνός άνθρωπος ο οποίος μακάρι να μπορούσε να κλωνοποιηθεί στην πραγματικότητα. Ο Ντοστογιέφσκι γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1821.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ψυχογράφους, ένας κορυφαίος Ρώσος δημιουργός με έργο θαυμαστό και ορόσημο στην παγκόσμια λογοτεχνία. Δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον κορυφαίο Φίοντορ Ντοστογιέφσκι .

 Τα  αριστουργηματικά έργα του ερευνούν σημαντικά  ερωτήματα  γύρω από την ζωή και τον θάνατο. Αυτό όμως, που έχω ξεχωρίσει και θεωρώ ότι είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα συγγράμματα του μεγάλου ψυχογράφου και μυθιστοριογράφου, είναι "Ο Ηλίθιος".

Ο βασικός του χαρακτήρας είναι ένας από τους  πιο πρωτότυπους και ξεχωριστούς  που γνώρισε ποτέ η παγκόσμια λογοτεχνία. Ένας άνθρωπος που μπορεί η μοίρα να του έδωσε μια αρρώστια που τον βασάνιζε, ωστόσο είχε το χάρισμα της αφοπλιστικής αλήθειας, της απαράμιλλης ειλικρίνειας.  Τον έλεγαν "ηλίθιο" όχι επειδή δεν ήταν ευφυής, αλλά λόγω της αγνότητας της ψυχής του.

Ο Ντοστογιέφσκι περιγράφει στον "Ηλίθιο", την ιστορία του επιληπτικού πρίγκιπα Μίσκιν, ο οποίος μετά από μακροχρόνια παραμονή και θεραπεία στην Ελβετία, επιστρέφει στην Πετρούπολη.  Εκεί, κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία και ξαφνικά βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Ένας αγνός άνθρωπος που είχε να αντιμετωπίσει το σαρκασμό, την περιέργεια, την κακία, την υστεροβουλία των άλλων. Οι άντρες τον θεωρούν "ηλίθιο" μην μπορώντας να κατανοήσουν το χαρακτήρα του. Οι γυναίκες όμως, γοητεύονται από εκείνον και από την ιδιαίτερη φύση του.

Είναι εντυπωσιακό το πως ένα απόσταγμα αγαθής καρδιάς του πρίγκιπα  μπορεί να προκαλέσει αναταραχές, φουρτούνες και καταιγίδες σε μια ζωή γεμάτη ψευτιά και ανειλικρίνεια.  

Ο "ηλίθιος" "προκαλεί" με τη μη συνηθισμένη και υπερκόσμια αγάπη και συμπόνοια που δείχνει στους ανθρώπους, τόσο σε εκείνους που το αξίζουν αλλά και όχι.

Το συγκεκριμένο έργο το διάβασα πριν από αρκετά χρόνια, όταν είχαν ξεκινήσει να σπουδάζω. Όταν πια το ολοκλήρωσα, το ερώτημα που μου γεννήθηκε ήταν το εξής: Άραγε, πώς θα ήταν ο κόσμος μας, αν υπήρχαν αρκετοί τέτοιοι "ηλίθιοι"; Αμφιβάλλω αν ο ήρωας του συγγραφέα θα μπορούσε να "κλωνοποιηθεί" στην πραγματικότητα. Αυτό, ωστόσο, που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι...αν είμασταν οι περισσότεροι σαν τον "ηλίθιο" του Ντοστογιέφσκι, τότε ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος...

Ακολουθούν αποσπάσματα από το βιβλίο...

"Υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους είναι δύσκολο να πεις κάτι που θα τους χαρακτήριζε με την μία και απολύτως· είναι οι άνθρωποι που συνήθως τους αποκαλούμε «συνηθισμένους», «πλειοψηφία», και οι οποίοι, πράγματι, συνιστούν την πλειοψηφία κάθε κοινωνίας.

Στα μυθιστορήματά τους και τις νουβέλες τους οι συγγραφείς προσπαθούν ως επί το πλείστον να πάρουν χαρακτηριστικούς τύπους της κοινωνίας και να τους παρουσιάσουν παραστατικά και καλλιτεχνικά, χαρακτήρες που συναντώνται εξαιρετικά σπάνια στην πραγματική ζωή και οι οποίοι είναι παρά ταύτα πιο πραγματικοί από την πραγματικότητα. [...]

[...] Κι’ ωστόσο, μολοντούτο, έχουμε απέναντί μας το εξής ερώτημα: τί να κάνει ο μυθιστοριογράφος με τους κανονικούς ανθρώπους, τους εντελώς «συνηθισμένους», και πώς να τους παρουσιάσεις στον αναγνώστη ώστε να είναι κάπως ενδιαφέροντες; Να τους παραλείψει εντελώς σε μιά ιστορία είναι αδύνατον, διότι οι συνηθισμένοι άνθρωποι είναι σταθερά και κατά κύριο λόγο ο αναπόφευκτος συνδετικός κρίκος στα γεγονότα της ζωής· το να τους παραλείπαμε, θα σήμαινε ότι αποδυναμώνουμε την αληθοφάνεια. [...] Κατά την γνώμη μας, ο συγγραφέας οφείλει να αναζητά τις ενδιαφέρουσες και διδαχτικές εκδοχές ακόμη και μεταξύ των κοινότοπων.

Όταν για παράδειγμα, η καθαυτή ουσία των συνηθισμένων ανθρώπων συνίσταται ακριβώς στην αδιάλειπτη και απαράλλαχτη κανονικότητά τους, ή, ακόμη καλύτερα, όταν, παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των προσώπων αυτών να βγούνε πάση θυσία από τον τροχό της κανονικότητας και της ρουτίνας, καταλήγουν τελικά να παραμένουν απαράλλαχτα και παντοτινά μιά ρουτίνα, τότε κάτι τέτοια πρόσωπα αποκτούν μέχρι κι’ ενός είδους ιδιαιτερότητα ως η κοινοτοπία που δεν θέλει με τίποτα να παραμείνει αυτό που είναι και θέλει πάση θυσία να γίνει πρωτοτυπία και αυτονομία μή διαθέτοντας τις παραμικρές δυνατότητες για αυτονομία.

Σ’ αυτή την κατηγορία των «συνηθισμένων» και «κανονικών» ανθρώπων συγκαταλέγονται κι’ ορισμένα πρόσωπα της αφήγησής μας [...]

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτα πιο απογοητευτικό από το να είσαι, για παράδειγμα, πλούσιος, καλής οικογενείας, συμπαθητικής εμφάνισης, όχι κακής μόρφωσης, όχι χαζός, επιπλέον καλός, και την ίδια στιγμή να μην διαθέτεις κανένα ταλέντο, καμιά ιδιομορφία, καμιά παραξενιά, καμιά προσωπική άποψη, να είσαι ρητά και κατηγορηματικά «όπως όλοι».Πλούτος υπάρχει, αλλά δεν είσαι και Ρότσιλντ· η οικογένεια είναι έντιμη αλλά δεν διακρίθηκε ποτέ για τίποτα· η μόρφωση δεν είναι κι’ άσχημη, αλλά δεν ξέρεις πώς να την χρησιμοποιήσεις· μυαλό υπάρχει, αλλά χωρίς δικές του ιδέες· καρδιά υπάρχει αλλά χωρίς μεγαλοψυχία, κ.λπ., κ.λπ., από όλες τις απόψεις.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι στον κόσμο η συντριπτική πλειοψηφία κι’ ακόμη περισσότεροι από όσο νομίζουμε· χωρίζονται, όπως και όλοι οι άνθρωποι, σε δύο βασικές συνομοταξίες: κάποιοι είναι περιορισμένων δυνατοτήτων, κι’ άλλοι «πολύ εξυπνότεροι».
Οι πρώτοι είναι ευτυχισμένοι. Για έναν περιορισμένων δυνατοτήτων, ένα «συνηθισμένο» άνθρωπο δεν υπάρχει, επί παραδείγματι, τίποτα πιο εύκολο από το να φανταστεί τον εαυτό του ασυνήθιστο και πρωτότυπο και να ηδονιστεί μ’ αυτό χωρίς ταλαντεύσεις. Αρκούσε σε ορισμένες δεσποινίδες να κόψουν τα μαλλιά τους, να φορέσουν μπλε γυαλιά και να αυτοαποκληθούν μηδενίστριες, για να πειστούν αυτοστιγμεί ότι φορώντας τα γυαλιά απέκτησαν πάραυτα και δικές τους «πεποιθήσεις». Αρκούσε σε κάποιον άλλο να νιώσει μιά σταλίτσα ένα κάποιο πανανθρώπινο και γλυκό συναίσθημα, για να πειστεί πάραυτα ότι κανείς πια δεν αισθάνεται όπως αυτός, ότι στην γενικής εξέλιξη του κόσμου είναι ένας πρωτοπόρος. Αρκούσε σε άλλον να πάρει κατά λέξη κάποια ιδέα ή να διαβάσει μιά σελιδούλα ενός κατασκευάσματος χωρίς αρχή και τέλος, για να πιστέψει αμέσως ότι αυτές είναι «δικές του προσωπικές ιδέες» και γεννήθηκαν μέσα στο δικό του το μυαλό."

Ήταν φανερό πως τ’ όνομα του πρίγκιπα της έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση. Ο πρίγκιπας την κοίταξε αφηρημένα, γύρισε και τράβηξε για το ξενοδοχείο του. Δε βγήκε όμως απ’ της Φιλίσοβας με το ίδιο ύφος που είχε μπει. Του συνέβη και πάλι, μέσα σε μια στιγμή θα ‘λεγες, μια ασυνήθιστη αλλαγή: περπατούσε και πάλι χλομός, εξασθενημένος, βασανιζόμενος, ταραγμένος. Τα γόνατα του τρέμανε κι ένα αόριστο, αφηρημένο χαμόγελο τρεμόπαιζε στα μελανιασμένα χείλη του: «η αναπάντεχη σκέψη» του επιβεβαιώθηκε ξαφνικά και δικαιώθηκε – ξαναπίστευε πάλι στο δαίμονα του!

"Μα επιβεβαιώθηκε τάχα; Δικαιώθηκε; Ποιος ο λόγος που τον ξανάπιασε πάλι αυτό το ρίγος, αυτός ο κρύος ιδρώτας, αυτό το ψυχικό σκοτάδι και το κρύο; Μήπως επειδή ξανάδε τώρα αυτά τα μάτια; Μα αφού είχε ξεκινήσει απ’ το Θερινό Κήπο μ’ αυτόν ίσα-ίσα το σκοπό – για να τα δει! Αυτή ήταν η«αναπάντεχη σκέψη».

Γεννήθηκε μέσα του η επίμονη επιθυμία να δει αυτά τα «προτερινά μάτια», να πειστεί τελειωτικά πως θα τα συνάντησε: το δίχως άλλο εκεί, κοντά σε κείνο το σπίτι. Αυτό ήταν μια σπασμωδική επιθυμία και γιατί λοιπόν είναι τόσο συντριμμένος και κατάπληκτος τώρα επειδή τα ‘δε πραγματικά; Λες και δεν το περίμενε!

Ναι, ήταν εκείνα τα ίδια μάτια (και για τ’ ότι ήταν τα ίδια δε χωράει τώρα πια καμιά αμφιβολία) κείνα τα ίδια που τον κοίταζαν αστράφτοντας το πρωί, όταν έβγαινε απ’ το βαγόνι της αμαξοστοιχίας, στο σταθμό Νικολάγιεβσκη· κείνα τα ίδια (απολύτως τα ίδια!) που έπιασε το βλέμμα τους πάνω του, πίσω απ’ τους ώμους του, καθώς καθόταν στην καρέκλα, στο γραφείο του Ραγκόζιν. Ο Ραγκόζιν τότε τ’ αρνήθηκε: ρώτησε μ’ ένα στραβό, παγωμένο χαμόγελο:

«Ποιανού να ‘ταν λοιπόν τα μάτια;» Και τον πρίγκιπα τον έπιασε μια τρομερή επιθυμία, μόλις λίγη ώρα πριν, στο σταθμό του Τσάρσκογε Σελό – όταν καθόταν στο βαγόνι για να πάει στην Αγλαΐα και ξανάδε ξάφνου αυτά τα μάτια για τρίτη πια φορά κείνη τη μέρα – να πλησιάσει το Ραγκόζιν και να  του    πει   «ποιανού ήταν αυτά τα μάτια!»"