10 Απριλίου 2015

Το Λονδίνο δεν μου ανήκει πια

Μιλώντας με την πρόσφατα αφιχθείσα φίλη μου, που τα τελευταία δέκα πέντε χρόνια εργαζόταν και ζούσε στο Λονδίνο.
Μιλώντας με την πρόσφατα αφιχθείσα φίλη μου, που τα τελευταία δέκα πέντε χρόνια εργαζόταν και ζούσε στο Λονδίνο.

Μιλώντας με την πρόσφατα αφιχθείσα φίλη μου, που τα τελευταία δέκα πέντε χρόνια εργαζόταν και ζούσε στο Λονδίνο, η παραπάνω φράση ήταν εν συντομία οι σκέψεις της όταν πριν από ένα χρόνο αποφάσισε να επιστρέψει στην Αθήνα. Μου περιέγραψε πως οι ανακατατάξεις στην οικονομία της πόλης, η υπερεκτίμηση των άλλοτε υποβαθμισμένων περιοχών και το φαινόμενο του υπερπληθυσμού άλλαξαν άρδην την κοινωνική και χωροταξική εικόνα της.

Το Λονδίνο δεν χωράει όλους όσους επιθυμούν να κυνηγήσουν το όνειρό τους εκεί ως άλλοιDick Whittington. Αυτό δημιουργεί επιπλέων πιέσεις και ανακατατάξεις-όταν η προσφορά υπερτερεί της ζήτησης σε μια καπιταλιστική κοινωνία-επομένως εμφανίζεται και μια νέα αγορά.




Ίσως με μεγαλύτερη ακρίβεια θα λέγαμε πως δεν υπάρχουν αρκετές κατοικίες να απορροφήσουν το πλήθος των ανθρώπων που θέλουν να επενδύσουν στην περιοχή, με αποτέλεσμα το Λονδίνο να καταλήξει μια πόλη που βρίθει, όχι με σπίτια και κατοικίες, αλλά θηριωδών ανοικοδομήσεων και νεόδμητων οικιστικών συγκροτημάτων προς επένδυση.

Για παράδειγμα η Battersea Power Station αποτελεί μια αρκετά αναγνωρίσιμη περιοχή του Λονδίνου που έμενε αναξιοποίητη για πάνω από τριάντα χρόνια. Μετά από αρκετές αποτυχημένες απόπειρες, η περιοχή τελικά αναδιαμορφώθηκε και πέρασε στη φάση ανοικοδόμησης πολυτελών κατοικιών. Στις αρχές του τελευταίου χρόνου ,όταν ξεκίνησε η διάθεση των ακινήτων στην αγορά προς πώληση, σχεδόν και τα 686 διαμερίσματα απορροφήθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες από ξένους επενδυτές ,κυρίως από την Σιγκαπούρη.

Και η περίπτωση αυτή είναι ενδεικτική για τις περισσότερες νέες κατασκευαστικές απόπειρες στην περιοχή της μητρόπολης. Επαγγελματίες στο χώρο των κατασκευών όπως ο Chesterton Humbert παραθέτει πως παραπάνω από το 70% των νεόδμητων ακινήτων στις καλύτερες τοποθεσίες του Λονδίνου ανήκουν σε ξένους επενδυτές. Ακόμη και η παγκόσμια οικονομική κρίση μόλις που επιβράδυνε την ραγδαία αύξηση της ιδιοκατοίκησης που από το 2009 εως τον Ιούνιο του 2013 αυξήθηκε κατά 56,3% .



Απορροφώντας συνεχώς κεφάλαια από τις διεθνής αγορές, η πόλη μεταμορφώνεται οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά. Το Λονδίνο πλέων εξελίσσεται σε ένα κέντρο που κατακλύζεται από οικονομικές επιχειρήσεις διεθνούς κλίμακας ,αποκλείοντας την ανάπτυξη επιχειρήσεων μικρότερης εμβέλειας. Πεδίο δράσης μίας ελίτ λίγων και προνομιούχων ,αποτελεί μια από τις ακριβότερες πόλεις του κόσμου από την απλή περιήγηση μέχρι τη μόνιμη διαμονή. Ο αστικός θεωρητικός Richard Florida ορίζει αυτή την παγκόσμια ελίτ ως ‘Δημιουργική Τάξη’ που αποτελείται από ‘εξειδικευμένους επαγγελματίες τεχνικών και πολιτιστικών επαγγελμάτων’όρος που δεν διαχωρίζει τον τραπεζικό από το Canary Wharf και τον hipsterαπό το Dalston.



Ένας ενδεικτικός χάρτης που δημοσιεύθηκε από τον Florida (παραγωγή του Zara Matheson από το Martin Prosperity Institute) σε ένα πρόσφατο άρθρο του The Atlantic Cities  παραθέτει πως η δημιουργική τάξη υπερτερεί στο κέντρο του Λονδίνου ,ενώ η τάξη παροχής υπηρεσιών (εργαζόμενοι με περιορισμένες γνώσεις ,χαμηλότερων απολαβών) υπερτερεί στο υπόλοιπο. Μια Τρίτη τάξη η λεγόμενη εργατική δεν εμφανίζεται σε πάνω από το 50% των περιοχών που εξετάζει η μελέτη.


Έιναι μια τάση που περιγράφεται επίσης σε ένα άρθρο στην The Economist βασισμένο σε μια μελέτη του ατζέντη ακινήτων Savills Ισχυρίζεται πως το Λονδίνο επεκτείνεται από τα μέσα προς τα έξω, πως η προνομιούχα τάξη συνεχώς αναζητά καινούριο πεδίο δράσης ,ωθώντας τους λιγότερου προνομιούχους όλο και περισσότερο.

Συμπερασματικά η άποψη πως οι μεγαλουπόλεις καταλήγουν να στεγάζουν αποκλειστικά την ελίτ φαίνεται να βρίσκει εφαρμογή στο Λονδίνο περισσότερο από ποτέ στη σύγχρονη ιστορία του.