01 Απριλίου 2018

Μάρθα Γκράχαμ | Να θυμάσαι πως είσαι μοναδικός. Αν αυτό δεν αξιοποιηθεί, τότε κάτι υπέροχο θα χαθεί.

Μάρθα Γκράχαμ | χορός | ζωή | ιστορία
Το σώμα λέει αυτό που δεν μπορούν να πουν οι λέξεις, είπε κάποτε η μεγαλύτερη χορεύτρια του 20ού αιώνα, η οποία έφυγε από τη ζωή την 1η Απριλίου του 1991.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Το σώμα λέει αυτό που δεν μπορούν να πουν οι λέξεις, είπε κάποτε η μεγαλύτερη χορεύτρια του 20ού αιώνα, η οποία έφυγε από τη ζωή την 1η Απριλίου του 1991.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

"Δεν επέλεξα εγώ να γίνω χορεύτρια. Επιλέχθηκα!Ίσως και από την ίδια τη φύση..." είπε κάποτε μια σπουδαία Αμερικανίδα χορεύτρια, χορογράφος. Η ίσως, πιο σημαντική μορφή στην εξέλιξη του σύγχρονου χορού αλλά και η γυναίκα που καθιέρωσε τον όρο, όταν το 1926, χόρεψε για πρώτη φορά της δικές της χορογραφίες.  Η "μητέρα" της σύγχρονης αμερικάνικής χορευτικής σκηνής, καθώς στα χέρια της έχουν όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες του είδους. Η ανεπανάληπτη Μάρθα Γκράχαμ...

Γεννημένη στο Πίτσμπουργκ, πήρε τα πρώτα μαθήματα χορού στο Λος Άντζελες, όπου αφομοίωσε την καλλιτεχνική φιλοσοφία της εκπληκτικής Ισιδώρας Ντάνκαν. Ο πατέρας της ήταν ψυχολόγος  με μελέτες στη "γλώσσα" του ανθρώπινου σώματος, υποστηρίζοντας ότι "η κίνηση δεν λέει ποτέ ψέματα". Κι αυτή η φράση έγινε μότο της Αμερικανίδας χορεύτριας και χορογράφου. Η ίδια έχει πει για τον πατέρα της:

«Ο πατέρας μου ήταν γιατρός νευρικών διαταραχών, κάτι σαν τους σημερινούς ψυχίατρους. Μ` άρεσε να τρυπώνω στο γραφείο του - ήταν ένα αρκετά σοβαρό μέρος, ένα μεγάλο θαύμα για το παιδί που ήμουνα, με τις σειρές των βιβλίων που ερέθιζαν την περιέργειά μου. Θυμάμαι που μου `δειξε μια γυάλινη διαφάνεια πάνω στην οποία είχε βάλει μια σταγόνα νερό. Κράτησε την διαφάνεια στο χέρι του, ανάμεσα στον αντίχειρα και στον δείκτη και είπε: «Τι βλέπεις;» Εγώ είπα αρκετά απλά: «Νερό». Και αυτός είπε«Kαθαρό νερό;» Κι εγώ απάντησα: «Νομίζω ναι. Καθαρό νερό». Από ένα ψηλό ράφι πάνω απ` το γραφείο του, πήρε ένα μικροσκόπιο. Τότε είδα τα περιεχόμενα της σταγόνας του νερού και είπα έντρομη στον πατέρα μου: «Μα υπάρχουνε σπείρες μέσα του». Αυτός μου είπε τότε: «Ναι, δεν είναι καθαρό. Να το θυμάσαι αυτό όλη σου τη ζωή, Μάρθα: πρέπει να ψάχνεις για την αλήθεια».

Η Γκράχαμ, το 1924, πηγαίνει στη Νέα Υόρκη. Εκεί διδάσκει στο Εasteman School of Theater για δύο χρόνια. Τον Απρίλιο του 1926, παρουσιάζει για πρώτη φορά στο κοινό, δικές της ανατρεπτικές χορογραφίες καθώς και τη διαφορετική της άποψη για το μοντέρνο χορό, απελευθερώνοντάς τον από τις κινήσεις και τα τεχνικά κλισέ του κλασικού μπαλέτου. Την επόμενη χρονιά, δημιουργεί τη δική της σχολή, υιοθετώντας μια προσωπική μέθοδο διδασκαλίας, την οποία έως και στις μέρες μας, ακολουθούν σχεδόν όλες οι σχολές χορού στον κόσμο. Στις πρώτες της παραστάσεις, το κοινό και οι κριτικοί -συνηθισμένοι στις ανάλαφρες, όλο χάρη κινήσεις του κλασικού μπαλέτου- συχνά δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα γέλια τους, καθώς παρακολουθούσαν τις δυνατές κι απότομες κινήσεις της Γκράχαμ. Έδιναν, μάλιστα, την εντύπωση ότι "παραμόρφωναν" κατά κάποιον τρόπο το σώμα αντί να το αναδεικνύουν. Εκείνη, όμως, είχε την απάντησή της:" Η δουλειά μου δεν είναι να παριστάνω την όμορφη. Η δουλειά μου είναι να προκαλώ το ενδιαφέρον." Κι αυτή ήταν μια φράση που επαναλάμβανε συχνά στους μαθητές της, στα περισσότερο από 60 χρόνια που ήταν δασκάλα χορού. Είχε επηρεαστεί αρκετά από τις ψυχαναλυτικές μεθόδους του Γιουνγκ, αναπτύσσοντας μια τεχνική που καθώς έλεγε "έκανε ορατό το εσωτερικό τοπίο". Οι εκπληκτικές χορογραφίες της -ακόμα κι εκείνες που ήταν πιο εύθυμες- έμοιαζαν με εξερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής, σε μια προσπάθεια να ξεγυμνωθεί το υποσυνείδητο...

Για τη Μάρθα, ο μοντέρνος χορός ήταν συνδεδεμένος με το κίνημα της χειραφέτης της γυναίκας. Γι`αυτό το λόγο, ανάμεσα στις 170 περίπου χορογραφίες της, είναι πάρα πολλές εκείνες που εμπνεύστηκε από γυναικείες μορφές της ελληνικής μυθολογίας και της σύγχρονης ιστορίας. Η Μήδεια, η Άλκηστη, η Φαίδρα, η Αριάδνη, η Περσεφόνη, η Κλυταιμνήστρα. Η ομώνυμη χορογραφία της τελευταίας το 1958, θεωρείται από τις σπουδαιότερες που έχει κάνει ποτέ. Μαζί με αυτήν, και η Ιωάννα της Λορένης.

Στη Μάρθα Γκράχαμ, άρεσε να μαθαίνει για τη ζωή και το έργο σημαντικών ποιητριών και συγγραφέων. Ανάμεσά τους η Έμιλι Ντίκινσον και αδελφές Μπροντέ. Το πιο γνωστό, ίσως, μπαλέτο της ήταν η "Άνοιξη στα Απαλάχια" το 1946. Η μουσική του Ααρών Κόπλαντ το οποίο ήταν επηρεασμένο από το ενδιαφέρον της Γκράχαμ για τους αυτόχθονες της Αμερικής καθώς και το πνεύμα των πρώτων εξερευνητών.

Ακόμα και μετά από τα 70 της χρόνια, συνέχισε να χορεύει, παρά την παραμορφωτική αρθρίτιδα που την ταλαιπωρούσε.. Το 1969 αποσύρεται αναγκαστικά απο τη σκηνή, αλλά συνέχισε μέχχρι και το τέλος της ζωής της να διδάσκει και να χορογραφεί. Το 1976 λαμβάνει το Μετάλλιο της Ελευθερίας από τον πρόεδρο Gerald R. Ford που την ανακηρύσσει "Εθνικό θησαυρό"- ένας τίτλος που για πρώτη φορά δίνεται σε χορεύτρια και χορογράφο. 

Η Μάρθα Γκράχαμ φεύγει από τη ζωή το 1991 στα 96 της χρόνια.  Όταν την είχαν ρωτήσει για το πώς θα ήθελε να τη θυμούνται ως χορεύτρια ή ως χορογράφο, εκείνη απαντά:  "Ως χορεύτρια!" Το 1998 το περιοδικό ΤΙΜΕ την ανακηρύσσει χορεύτρια του αιώνα , ενώ το περιοδικό People την τοποθετεί ανάμεσα στις γυναικείες "φιγούρες" του αιώνα.

Τη Μάρθα Γκράχαμ, τη θεωρούσαν πρωτοπόρο. Εκείνη, ωστόσο, έλεγε: "Δεν υπάρχει καλλιτέχνης ο οποίος να είναι μπροστά από την εποχή του. Αυτό που συμβαίνει είναι πως, όταν εκείνος είναι στην ώρα του, οι άλλοι έχουν μείνει πίσω, έχουν ξεπεραστεί από την εποχή."

Σας παραθέτω κάποια από τα φιλοσοφημένα λόγια της:

Πρώτα πρέπει να πιστέψουμε, μετά πιστεύουμε.

Οι μεγάλοι χορευτές δεν είναι μεγάλοι εξαιτίας της τεχνικής τους. Είναι μεγάλοι εξαιτίας του πάθους τους.

Μερικοί άνθρωποι έχουν χιλιάδες λόγους για να δικαιολογήσουν γιατί δεν μπορούν να κάνουν αυτό που θέλουν, ενώ αυτό που χρειάζονται είναι ένας λόγος για να εξηγήσουν γιατί μπορούν.

Το σώμα λέει αυτό που δεν μπορούν να πουν οι λέξεις.

Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ.

Όταν υφαίνουν μια κουβέρτα οι Ινδιάνες αφήνουν ένα ελάττωμα στην ύφανση για να ελευθερωθεί η ψυχή.

Θυμήσου ότι είσαι μοναδικός. Αν αυτό δεν αξιοποιηθεί, τότε κάτι υπέροχο θα χαθεί.